Τον θεσμικό αντίκτυπο που έχουν ενέργειες όπως η προχθεσινή επίθεση μελών του Ρουβίκωνα στο κτίριο του Συμβουλίου της  Επικρατείας περιγράφουν οι δικαστές του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου και στέλνουν το δικό τους μήνυμα προς την πολιτεία και τους πολίτες. Η ενέργεια αυτή στρέφεται ευθέως κατά του συνταγματικά και δημοκρατικά κατοχυρωμένου θεσμού της Δικαιοσύνης, σημειώνουν με έμφαση στην ανακοίνωση που  εξέδωσαν χθες τα μέλη της Ενωσης Δικαστικών Λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας. Και  κρούοντας τον κώδωνα  του  κινδύνου τονίζουν: «Οι πολίτες ας αναλογιστούν ότι το κενό που προκύπτει από την υποχώρηση των θεσμών της δημοκρατίας, μεταξύ των οποίων και η Δικαιοσύνη, καλύπτει η ωμή βία που παραπέμπει σε  πρωτόγονες κοινωνίες».
Η ενέργεια αυτή συμπίπτει χρονικά με τις κρίσιμες εν εξελίξει διασκέψεις των μελών του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου που συνεχίζονται σχεδόν σε καθημερινή βάση προκειμένου να αποφασίσουν για τη συνταγματικότητα ή μη των διατάξεων του νόμου Κατρούγκαλου σχετικά με τις περικοπές των συντάξεων και το σύνολο των διατάξεων του Ασφαλιστικού.
Ωστόσο, οι δικαστές του ΣτΕ δεν στέκονται στη συγκεκριμένη υπόθεση αλλά  προχωρούν πέραν αυτής καθώς το διακύβευμα όλων των υποθέσεων που φτάνουν  ενώπιόν τους είναι εξίσου σημαντικό όχι μόνο για τους εκάστοτε διαδίκους αλλά για την ίδια την κοινωνία και τους πολίτες που  διεκδικούν το δίκιο τους φτάνοντας στο Ανώτατο Δικαστήριο. Για τον λόγο αυτό οι δικαστές του ΣτΕ τονίζουν προς κάθε κατεύθυνση  ότι «η απονομή της Δικαιοσύνης προϋποθέτει  νηφαλιότητα, ηρεμία και πολιτισμένο διάλογο με ανταλλαγή επιχειρημάτων και σεβασμό της αντίθετης γνώμης».  
Αυτή η οδός της νηφαλιότητας και του σεβασμού των επιχειρημάτων όπως ευκρινώς προκύπτει από την ανακοίνωση των δικαστικών λειτουργών αποτελεί και την πυξίδα τους ώστε ανεπηρέαστοι από οποιονδήποτε εξωθεσμικό  παράγοντα να  κρίνουν κάθε φορά την υπόθεση που έχουν στα χέρια τους. «Οι δικαστές -προσθέτουν –  δεν ανοίγουμε ποτέ  διάλογο με πρόσωπα τα οποία μετέρχονται βίαια μέσα για να κάμψουν το φρόνημα  και να επηρεάσουν  την κρίση μας. Ενέργειες όπως η χθεσινή (σ.σ. προχθεσινή) το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να μετακυλήσουν στους πολίτες, το συμφέρον των οποίων υποτίθεται ότι εξυπηρετούν, το βάρος για την αποκατάσταση των ζημιών».
Οι ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί πέρα από την  καταδίκη της επίθεσης απαιτούν «από τα αρμόδια όργανα της πολιτείας να  ενεργήσουν πάραυτα  για την αποτελεσματική φύλαξη του κτιρίου και τον εντοπισμό και την απόδοση  ποινικής ευθύνης στους αυτουργούς, φυσικούς και ηθικούς, της ενέργειας αυτής, που στρέφεται ευθέως κατά του συνταγματικά και δημοκρατικά  κατοχυρωμένου θεσμού της Δικαιοσύνης».

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ
Πεζές περιπολίες από 45άρηδες…

Αστυνομικούς ηλικίας 45 ετών και… άνω, τους οποίους μετακίνησαν από τη φρούρηση επισήμων, προσπαθεί να βγάλει στους δρόμους η ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. στην απόπειρα στελέχωσης της  υπηρεσίας των πεζών περιπολιών για την αστυνόμευση στο κέντρο της Αθήνας, όπως καταγγέλλει με ανακοίνωση η Ενωση Αστυνομικών Υπαλλήλων Αθηνών. 
Παρακολουθώντας στενά εδώ και δύο μήνες τις προσπάθειες για τη στελέχωση της υπό ίδρυση υπηρεσίας, οι συνδικαλιστές της Ενωσης επισημαίνουν αστοχίες σχετικά με την υλοποίηση του σχεδίου. Εχουν ήδη γίνει αποδέκτες σημαντικών καταγγελιών από ενστόλους για ελλείψεις σε αλεξίσφαιρα καθώς και για ασάφεια στις εντολές που λαμβάνουν όσον αφορά την αποστολή τους.
Για τη νευραλγική αυτή υπηρεσία, η οποία αποσκοπεί στην ενίσχυση της εμφανούς αστυνόμευσης, τα ηλικιακά κριτήρια παίζουν ρόλο. «Παρατηρείται το φαινόμενο αστυνομικοί που μετακινήθηκαν από τα επίσημα και είναι 45 και πλέον ετών να στελεχώνουν τις περιπολίες, ενώ αστυνομικοί πολύ μικρότερης ηλικίας, που επίσης μετακινήθηκαν από τα επίσημα, να στελεχώνουν ΑΤ και ΤΑ» επισημαίνουν. 
Η Ενωση πέρα από τις καταγγελίες προχωρεί και σε προτάσεις με σκοπό την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα του μέτρου της εμφανούς αστυνόμευσης.
Ειδικότερα προτείνουν να ενταχθούν οι πεζές περιπολίες σε τμήμα της Υποδιεύθυνσης Μέτρων Τάξης (ΥΜΕΤ) και όχι στην υπό ίδρυση Υποδιεύθυνση Πεζών Περιπολιών. Την πρόταση αυτή τη στηρίζουν στο γεγονός ότι η ΥΜΕΤ αποτελεί μια υπηρεσία με ιεραρχία και δομή, παράγοντες που συντελούν στην καλύτερη οργάνωση των πεζών περιπολιών.