Στα λίγα χρόνια της ζωής της η ευρωζώνη χρειάστηκε να σωθεί μία φορά από έναν Ιταλό. Αυτός ήταν ο Μάριο Ντράγκι, ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που το καλοκαίρι του 2012, κι ενώ η πολιτική τάξη της Ευρώπης κοιτούσε αμήχανη την άβυσσο, δήλωσε ότι θα κάνει «ό,τι χρειαστεί» για να σωθεί το κοινό νόμισμα. Εξι χρόνια από τότε, η ευρωζώνη αναρωτιέται εάν θα είναι ένας Ιταλός που θα την καταστρέψει ή – για να ξεφύγει κανείς από τα πρόσωπα – ολόκληρη η Ιταλία.
Η ανησυχία είναι βάσιμη και εκφράζεται ανοικτά τόσο στις Βρυξέλλες όσο και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. «Υπάρχει κάτι το ανησυχητικό, ναι» παραδέχθηκε χθες η επίτροπος Εμπορίου Σεσίλια Μάλμστρομ.
Σαφής ήταν και ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Βάλντις Ντομπρόβσκις σε συνέντευξη που παραχώρησε στη γερμανική εφημερίδα «Χάντελσμπλατ»: «Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναμειγνύεται για λόγους αρχής στην εθνική πολιτική των κρατών. Ομως για εμάς είναι σημαντικό η νέα ιταλική κυβέρνηση να διατηρήσει σταθερή την πορεία και να ασκήσει υπεύθυνη δημοσιονομική πολιτική».
ΤΟ χρέος. Ο ίδιος υπενθύμιζε ότι η Ιταλία έχει το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην ευρωζώνη ως ποσοστό του ΑΕΠ μετά την Ελλάδα. Κι αυτό σε μια στιγμή που το κόστος δανεισμού της ιταλικής κυβέρνησης για τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων της έχει αυξηθεί τις τελευταίες ημέρες.
«Δεν μπορούμε παρά να συστήσουμε να διατηρηθεί η σταθερή πορεία σε θέματα οικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής, να προωθηθεί η οικονομική ανάπτυξη μέσω μεταρρυθμίσεων και να κρατηθεί το έλλειμμα υπό έλεγχο» προτρέπει ο Ντομπρόβσκις.
Πριν από μερικές ημέρες ήταν η σειρά του Μάνφρεντ Βέμπερ, του επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, να προειδοποιήσει ότι «λαϊκιστικές ή παράλογες ενέργειες θα μπορούσαν να προκαλέσουν μια νέα κρίση του ευρώ». Και χθες ήταν η Ναταλί Λουαζό, γαλλίδα υπουργός αρμόδια για τις Ευρωπαϊκές Υποθέσεις, που είπε στη γαλλική Εθνοσυνέλευση ότι η νέα κυβέρνηση της Ιταλίας δεν μπορεί να ενεργεί σαν μοναχικός καβαλάρης.
Η Ιταλία κινείται ωστόσο σε ένα εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος. Στο πρόγραμμα που παρουσίασαν τα δύο κόμματα, το λαϊκιστικό Κίνημα Πέντε Αστέρων και η ακροδεξιά Λέγκα, προβλέπεται αύξηση των δημόσιων δαπανών σχεδόν στα πάντα. «Τα μουσεία μας, οι αρχαιολογικοί μας και ιστορικοί μας τόποι πρέπει να γίνουν και πάλι πόλοι έλξης για το διεθνές στερέωμα μέσω μιας συνολικής αύξησης της ρευστότητας» αναφέρεται για παράδειγμα στο κεφάλαιο του Πολιτισμού. Την ίδια ώρα, η ιταλική κοινή γνώμη δείχνει υπνωτισμένη από τα δύο κόμματα που φιλοδοξούν να κυβερνήσουν τη χώρα: σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, η Λέγκα θα εκτοξευόταν στο 25% σε περίπτωση που γίνονταν νέες εκλογές, ενώ μια μικρή αύξηση εμφανίζει και το Κίνημα Πέντε Αστέρων.
Ζητούν εμπιστοσύνη. Τα δύο κόμματα από την πλευρά τους ζητούν χρόνο και εμπιστοσύνη από την Ευρώπη. «Αφήστε μας να ξεκινήσουμε και στη συνέχεια μπορείτε να μας κρίνετε, θα έχετε το δικαίωμα, αλλά αφήστε μας να ξεκινήσουμε» δήλωνε ο Λουίτζι ντι Μάιο, ο ηγέτης του Κινήματος Πέντε Αστέρων. «Δεν πρέπει να ανησυχούν, η κυβέρνηση στην οποία θα συμμετέχουμε θέλει να οδηγήσει στην ανάπτυξη, την επανεκκίνηση της Ιταλίας, τηρώντας όλους τους κανόνες και τις δεσμεύσεις» θα έλεγε από την πλευρά του ο ηγέτης της Λέγκας Ματέο Σαλβίνι. Μένει να φανεί εάν θα κάνουν «ό,τι χρειαστεί» για να μείνει ζωντανό το κοινό νόμισμα.