Το είπε και ο Πρωθυπουργός στο Twitter: η βία δεν είναι πολιτικά ουδέτερη. Μπορεί να είναι ακροδεξιά, όπως εκείνη που υπέδειξε ο ίδιος, όπως μπορεί να είναι και ακροαριστερή. Nα είναι μαύρη ή κόκκινη. Να εκδηλώνεται από στοιχεία που διαβιούν στα άκρα της Νέας Δημοκρατίας ή άλλα που θάλλουν στις παρυφές του ΣΥΡΙΖΑ.
Μόνο που τα χρώματα της βίας είναι δουλειά της πολιτικής επιστήμης, δεν είναι του Πρωθυπουργού. Οπως δεν είναι η δουλειά του οι τυπολογίες της βίας. Για τον ίδιο, όπως και για τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης που είχε δηλώσει στη Βουλή ότι η βία προέρχεται μόνο από την Αριστερά, η βία θα έπρεπε να είναι μία. Ούτε κόκκινη ούτε μαύρη. Ούτε πολιτική ούτε κοινωνική ούτε οπαδική.
Χρωματίζοντας τη βία, το πολιτικό σύστημα μας καλεί ουσιαστικά να διαλέξουμε στρατόπεδο. Χωρίζει τη βία σε διάφορα επίπεδα ανοχής, σε μια βία που μπορεί και να υφίσταται, ή μάλλον να την υφιστάμεθα, και σε μία άλλη που πρέπει να μας φαίνεται αποκρουστική και να μας εξοργίζει. Σε εκείνη που θα την καταδικάζουμε μετά βδελυγμίας και σε μια άλλη που θα τη δικαιολογούμε – όταν δεν της κλείνουμε το μάτι.
Είναι διαχωρισμοί που ισχύουν στο εσωτερικό της κοινωνίας. Οταν όμως απασχολούν και την εξουσία, επηρεάζεται ο τρόπος που λειτουργεί το ίδιο το κράτος. Με άλλα λόγια, είτε βρίζει κάποιος με το παιδί στα χέρια είτε μπουκάρει στο Συμβούλιο της Επικρατείας φωνάζοντας «κάτσε κάτω ρε», θα έχει πάντα απέναντί του έναν αστυνομικό που θα στέκεται άφωνος, θα φοβάται ότι θα φάει ξύλο και δεν θα ξέρει τι θα του ξημερώσει την άλλη μέρα στο Twitter.