Το φθινόπωρο του 2012, ο Μάικλ Μακφόλ συνειδητοποίησε πως κάποιοι ακολουθούσαν τον ίδιο και την οικογένειά του. Καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Στάνφορντ, είχε βάλει τρία χρόνια νωρίτερα εντός παρενθέσεων την ακαδημαϊκή του καριέρα προκειμένου να αναλάβει σύμβουλος του Μπαράκ Ομπάμα σε θέματα Ρωσίας. Αρχές του 2012, είχε γίνει ο πρώτος μη διπλωμάτης καριέρας που αναλαμβάνει πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Μόσχα. «Οι φρουροί μου με ενημέρωσαν πως με παρακολουθούσαν σήμερα στον αγώνα ποδοσφαίρου του γιου μου. Και μετά μας ακολούθησαν στα McDonald"s», έγραψε στον επικεφαλής ασφαλείας της πρεσβείας στις 7 Οκτωβρίου της χρονιάς εκείνης. «Αν τους είδατε», του απάντησε εκείνος, «είναι επειδή ήθελαν να τους δείτε».
Ο Μάικλ Μακφόλ υπήρξε ο αρχιτέκτονας της «Επανεκκίνησης», του σχεδίου που κατέστρωσε η κυβέρνηση Ομπάμα για τη βελτίωση των σχέσεων ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Ρωσία. Βρέθηκε ωστόσο να παρακολουθεί από την πρώτη σειρά την ανεξέλεγκτη κατάρρευσή του – ειδικά αφότου επέστρεψε ο Βλαντίμιρ Πούτιν στην προεδρία, τον Μάιο του 2012.
Στο νέο βιβλίο που κυκλοφόρησε με τίτλο «Από τον Ψυχρό Πόλεμο στη Θερμή Ειρήνη: Ενας αμερικανός πρεσβευτής στη Ρωσία του Πούτιν» (εκδόσεις Houghton Mifflin Harcourt), ο Μακφόλ εικονογραφεί μια εκστρατεία παρενόχλησης εις βάρος τόσο του ιδίου όσο και του συνόλου των εργαζομένων στην πρεσβεία, που όμοιά της δεν είχε ξαναζήσει κανείς Αμερικανός στη Ρωσία μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Πρωταγωνιστές δεν ήταν μόνο πράκτορες της FSB, αλλά και πρωτοπαλίκαρα της Νάσι, μιας οργάνωσης νέων που έχει συγκροτήσει το Κρεμλίνο. Διαδηλωτές στέλνονταν έξω από την αμερικανική πρεσβεία εμποδίζοντας την είσοδο ακόμα και στον ίδιο τον πρεσβευτή. Και όταν οι ρώσοι αστυνομικοί που ήταν τοποθετημένοι «για την προστασία των διπλωματών» μπροστά στην είσοδο του συγκροτήματος καλούνταν να παρέμβουν, απαντούσαν πως δεν είχαν δικαίωμα να διαλύσουν μια δημόσια διαδήλωση. Οι ίδιοι, βέβαια, φρόντιζαν να παρενοχλούν όποιον έμπαινε και όποιον έβγαινε. Ακόμα και τη σύζυγο του πρεσβευτή κρατούσαν τακτικά για ώρα μέσα στο ψύχος ώστε να «ελέγξουν» το διαβατήριό της.
Πράκτορες της FSB κάθονταν στα στασίδια πίσω από την πρεσβευτική οικογένεια στην εκκλησία. Και ακολουθούσαν από κοντά το αυτοκίνητό της στους δρόμους της Μόσχας. Ακολουθούσαν ακόμη και το αυτοκίνητο που μετέφερε τους γιους του Μακφόλ στο σχολείο. Ηγετικά στελέχη της Νάσι, με πρωτοστάτη τον επικεφαλής της, Τίχον Τσουμάκοφ, μάθαιναν μυστηριωδώς ακόμα και τις ιδιωτικές μετακινήσεις του πρεσβευτή και βρίσκονταν πάντα μπροστά του, προκλητικοί και επιθετικοί – εκτός από τις περιπτώσεις που επισκεπτόταν το Κρεμλίνο ή το υπουργείο Εξωτερικών.
Ο Μακφόλ κλήθηκε να ζει με τη βεβαιότητα πως κάθε τηλεφώνημα που έκανε, κάθε email που έστελνε (στο μη διαβαθμισμένο σύστημα), κάθε ιστότοπος που επισκεπτόταν, κάθε συζήτηση που είχε, ακόμα και κάθε του κίνηση εντός του Spaso House, της πρεσβευτικής κατοικίας, παρακολουθούνταν από τη ρωσική κυβέρνηση. Ολα τα διαμερίσματα στα μεγάλα κτίρια πέριξ του Spaso House παρέμεναν ανοίκιαστα. Αγνωστοι έκαναν διαρρήξεις σε σπίτια εργαζομένων στην πρεσβεία, συχνά αλλάζοντας θέση στα έπιπλα ή ανάβοντας τα φώτα. Ασκούσαν πιέσεις στους ρώσους εργαζόμενους στην πρεσβεία ή προσπαθούσαν με επιθετικό τρόπο να στρατολογήσουν πληροφοριοδότες μεταξύ των αμερικανών υπαλλήλων, προσφέροντας τεράστια ποσά. Ή έστελναν όμορφες νεαρές γυναίκες και άνδρες σε αποστολή να παρασύρουν τους αμερικανούς εργαζόμενους ώστε να κάνουν πράγματα που θα τους καθιστούσαν ευάλωτους σε εκβιασμούς. Μία και μόνο φορά ο Μακφόλ έσπασε. Κατήγγειλε δημοσίως τη Ρωσία ως «dikaya strana» («άγρια χώρα»). Η στρατηγική της συνεχούς παρενόχλησης απέφερε εκείνη τη μέρα κέρδη στη ρωσική κυβέρνηση. Αρχές Φεβρουαρίου του 2014, ο Μάικλ Μακφόλ ανακοίνωσε την παραίτησή του και επέστρεψε στο Στάνφορντ.