Για τους περισσότερους έλληνες σχολιαστές του μπάσκετ ο Πάμπλο Λάσο, ο άνθρωπος που στο Βελιγράδι κέρδισε με τη Ρεάλ την Ευρωλίγκα, είναι ένας «άχρηστος». Μεγάλος προπονητής είναι ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς, που έχει στην Ελλάδα το δικό του δημοσιογραφικό fun club, και φυσικά οι δικοί μας οι Ελληνες, που είναι περιζήτητοι στην Ευρώπη. Η βεβαιότητα δημιουργήθηκε γιατί ο Γιώργος Μπαρτζώκας και ο Δημήτρης Ιτούδης κέρδισαν την Ευρωλίγκα, ενώ ο Γιάννης Σφαιρόπουλος έπαιξε δυο τελικούς. Και δεν λέω, πολλά και σπουδαία έχουν καταφέρει τα τελευταία χρόνια οι δικοί μας, αλλά το να μην αναγνωρίζεις του Λάσο την αξία είναι απίστευτο.
Ονειρο
Γιατί είναι «άχρηστος» ο Λάσο – ειδικά για τους περισσότερους έλληνες σχολιαστές του μπάσκετ – δεν το κατάλαβα ποτέ μου. Το 2011, όταν ο Λάσο ανέλαβε τη Ρεάλ, η Βασίλισσα είχε τέσσερα χρόνια να κερδίσει το πρωτάθλημα: την είχε ξεπεράσει, όχι μόνο η Μπαρτσελόνα του Τσάβι Πασκουάλ, αλλά και η Ταού του Ντούσκο Ιβάνοβιτς. Η Ευρωλίγκα ήταν όνειρο: την είχε κερδίσει τελευταία φορά το 1995 – με αντίπαλο τον Ολυμπιακό του Γιάννη Ιωαννίδη και σουπερστάρ τον Αρβιντας Σαμπόνις. Η Ρεάλ δεν μπορούσε να κερδίσει ούτε το Κύπελλο Ισπανίας – το τελευταίο το είχε σηκώσει το 1993. Κι ας φορούσε πάντα την ίδια βαριά φανέλα που αποτελεί συχνά-πυκνά εξήγηση των επιτυχιών της.
Ρεκόρ
Ο Λάσο γνωρίζοντας τον σύλλογο και τις απαιτήσεις του άρχισε να κερδίζει τίτλους σε χρόνο-ρεκόρ: επτά χρόνια αργότερα είναι ο προπονητής της Ρεάλ με τους περισσότερους τίτλους τα τελευταία τριάντα χρόνια! Εχει κερδίσει δύο φορές την Ευρωλίγκα την τελευταία τετραετία, βρίσκεται συνεχώς στα Final 4 εδώ και χρόνια, πήρε τρία πρωταθλήματα κι έχει μια συλλογή από Κύπελλα Ισπανίας κι όλα αυτά έχοντας υποχρεωθεί να αντικαταστήσει σπουδαίους παίκτες όπως ο Σέρχι Ροντρίγκεθ, ο Μίροτιτς, αλλά κι ο Μπουρούσης, ο Σλότερ, ο Νοτσιόνι, ο Χάντερ. Ολα αυτά τα χρόνια ο Λάσο βελτίωσε παίκτες, χρησιμοποίησε ως βασικούς χαρισματικούς μικρούς, όπως ο Ντόντσιτς και ο Μίροτιτς πριν αυτοί γίνουν 19 χρονών, διάλεξε καλούς Αμερικανούς, βοήθησε όσο ήταν δυνατόν άτυχους αρτίστες, όπως ο Ρούντι κι ο Γιουλ, να ξεπεράσουν δύσκολους τραυματισμούς. Παρ" όλα αυτά ο Λάσο, για μας, είναι μια μετριότητα, ενώ οι δικοί μας προπονητές είναι η πρωτοπορία του αθλήματος.
Αμυνα
Γιατί τα λέμε αυτά; Νομίζω ο πιο βασικός λόγος είναι ότι έχουμε μάθει να σνομπάρουμε και να μειώνουμε αυτό που στη χώρα μας δεν θα μπορούσαμε ποτέ να δούμε, δηλαδή έναν έλληνα προπονητή που δεν πιστεύει ότι η άμυνα είναι η αρχή και το τέλος του μπάσκετ και που ενθαρρύνει τους παίκτες του, ακόμα και τους μικρότερους, να παίρνουν επιθετικές πρωτοβουλίες, χωρίς να φοβούνται, πείθοντάς τους ότι το μπάσκετ είναι πρώτα από όλα θέαμα. Τον Λάσο δεν τον μπορούμε γιατί είναι παράταιρος με αυτό που εμείς πιστεύουμε πως είναι το μπάσκετ: στην Ελλάδα το μπάσκετ είναι πόλεμος. Οι παίκτες πρέπει να κυλιούνται στο παρκέ, να κάνουν ηρωισμούς, να σκοτώνονται για ένα ριμπάουντ, να κάνουν παγίδες, να μην αφήνουν τον αντίπαλο να παίξει, να κοιτάζουν τον προπονητή πριν τολμήσουν να κάνουν ένα σουτ και να βγαίνουν από το παρκέ πάντα με χαμηλωμένο το κεφάλι – στη Ρεάλ δεν γίνεται τίποτα από όλα αυτά! Δεν λέω ότι αυτά που κάνει ο Λάσο είναι ολόσωστα και αυτά που κάνουν οι δικοί μας εντελώς λάθος – ίσα ίσα. Αυτό που υποστηρίζω είναι ότι ο δρόμος προς την επιτυχία δεν είναι μόνο ένας. Και ότι θα πρέπει να μάθουμε να εκτιμάμε και όσους κάνουν, όσα οι δικοί μας φοβούνται.
Ντόντσιτς
Ο Λάσο μετέτρεψε τον Ντόντσιτς από ταλαντούχο παιδάκι σε σουπερστάρ του ευρωπαϊκού μπάσκετ σε δυο χρόνια. Τι έκανε; Κάτι απλό: τον έβαλε να παίξει, χωρίς να σκέφτεται το κόστος που έχουν τα λάθη του. Πέρυσι η Ρεάλ έχασε ένα πρωτάθλημα από τη Βαλένθια και στο Final 4 της Κωνσταντινούπολης δεν θυμόμαστε τις εμφανίσεις της. Ολα αυτά τα έπαθε και γιατί ο χαρισματικός μικρός της ήταν ακόμα άγουρος. Εναν χρόνο μετά ο Ντόντσιτς βγήκε MVP της διοργάνωσης και του Final 4, διότι παίζοντας έγινε καλύτερος. Στην Ελλάδα έχουμε τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο. Εχει κάνει καταπληκτικά ματς σε όλα τα τουρνουά Νέων με τις εθνικές ομάδες. Εχει προσόντα και στόφα πρωταθλητή. Αλλά επειδή ποτέ του δεν βρήκε έναν προπονητή σαν τον Λάσο αγωνίζεται δανεικός στον ΠΑΟΚ κι ελπίζει κάποτε να τον εμπιστευθούν στον Παναθηναϊκό. Ας ελπίσουμε πως δεν θα χάσει ούτε την ελπίδα, ούτε την πίστη του και ότι θα τα καταφέρει να βρει τον δρόμο του. Μόνος του, διότι ο Λάσο θα είναι στη Ρεάλ και τα επόμενα χρόνια.
Το δέκατο
Στην Ελλάδα όταν μιλάμε για τον Λάσο, στεκόμαστε στο ότι έχει χάσει έναν τελικό στην Ευρωλίγκα από τον Γιώργο Μπαρτζώκα – και το λέμε υποτιμητικά, ξεχνώντας ότι εκείνος ο τελικός του Λονδίνου ήταν ο πρώτος για τη Ρεάλ έπειτα από δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια. Τον βαφτίσαμε looser και γιατί έναν χρόνο αργότερα έχασε από τη Μακάμπι, χωρίς να του αναγνωρίσουμε ότι λίγοι έχουν φτάσει σε δύο τελικούς στη σειρά. Οταν την επόμενη χρονιά κέρδισε τον Ολυμπιακό στη Μαδρίτη είπαμε ότι πήρε το τρόπαιο μόνο και μόνο γιατί ήταν γηπεδούχος, ενώ ο άνθρωπος έπαιξε τρίτη σερί φορά σε τελικό – κατόρθωμα που μετά το 1990 έχει πετύχει μόνο ο Ομπράντοβιτς. Την Κυριακή το βράδυ τον είδαμε να κερδίζει πάλι το μεγάλο Κύπελλο, με το γνωστό γρήγορο, όμορφο, θεαματικό του μπάσκετ. Και στα δυο ματς που έδωσε η Ρεάλ στο Βελιγράδι ήταν αληθινή ομάδα κι όχι μια παρέα από ακριβοπληρωμένους σολίστες. Είχε έντεκα σκόρερ σε κάθε παιχνίδι, ο κόουτς πήρε από όλους τους παίκτες του ό,τι ήταν απαραίτητο, η Ρεάλ έπαιξε άμυνα όταν χρειάστηκε, αλλά κυρίως έδειξε την τέχνη της στην επίθεση: αν ήταν στοιχειωδώς εύστοχη στις βολές θα είχε βάλει δυο «κατοστάρες». Ηταν συνεπής, όπως και ο σπουδαίος προπονητής της.
Εύκολο
Είμαι βέβαιος ότι κάποιος θα βρεθεί να πει ότι είναι εύκολο να είσαι προπονητής της Ρεάλ, γιατί είναι «υπερδύναμη», «πλούσια», «έχει καλές διαιτησίες» κτλ. Το αν είναι απλό να προπονείς μια τόσο μεγάλη ομάδα ας το ρωτήσουμε στον Γιώργο τον Μπαρτζώκα, που όταν βρέθηκε στην Μπαρτσελόνα δεν άντεξε το βάρος της ευθύνης κι έφυγε μάλλον ανακουφισμένος. Οσο για το αν τα χρήματα φέρνουν τους τίτλους και την ευτυχία, ο Δημήτρης Ιτούδης θα έχει να πει πολλά επί του προκειμένου. Επί των ημερών του η ΤΣΣΚΑ ξόδεψε πάνω από 160 εκατ. ευρώ για να πάρει μια κούπα σε τέσσερα χρόνια. Και πάλι καλά…