Γυμνή, ξαπλωμένη κάτω από τον ελληνικό ήλιο που χαϊδεύει το κορμί της, θα μπορούσε να είναι μια θεά του Ολύμπου με σάρκα και οστά. Οταν δεν παραδίνεται στη ραστώνη του καλοκαιριού, επιδίδεται με πειθαρχία και πάθος στην τέχνη που την οδήγησε στην κορυφή: στον χορό. Δεν σταματά να κάνει πρόβες ακόμη και πάνω στο ξύλινο σκαρί που την ταξιδεύει στα ελληνικά νησιά.  
Μετατρέποντας σε μπάρα ένα σκοινί δοκιμάζει τις ποζισιόν, τα μπατμάν και τις άτιτιουντ φορώντας όχι το καθιερωμένο κορμάκι μπαλέτου, αλλά το μπικίνι της. Στο πλευρό της ένας από τους πιο καταξιωμένους χορογράφους, ο σερ Φρεντ Αστον, που ακολουθεί το πρόγραμμά της. Ο λόγος για μια από τις διασημότερες χορεύτριες του 20ού αι., την ντέιμ Μαργκότ Φοντέιν, που έγραψε ιστορία τόσο ως πρίμα μπαλαρίνα του Βρετανικού Βασιλικού Μπαλέτου όσο και για τα θρυλικό ντουέτο της με τον Ρούντολφ Νουρέγεφ. Αυτό το καλοκαίρι θα «εμφανιστεί» στο κεντρικό κτίριο του Μουσείου Μπενάκη, καθώς πρωταγωνιστεί σε αρκετά από τα ασπρόμαυρα καρέ που τράβηξε μια όχι και τόσο γνωστή, αλλά εξαιρετική φωτογράφος και λάτρις της Ελλάδας, η οποία, αν και έζησε δίπλα σε έναν σπουδαίο συγγραφέα, δεν βυθίστηκε ποτέ στη σκιά του. Το όνομά της: Τζόαν Λι Φέρμορ.
Για πρώτη φορά το ελληνικό κοινό έχει την ευκαιρία να δει 146 άγνωστες φωτογραφίες (από ένα σύνολο περίπου 5.000), κυρίως ασπρόμαυρες.
Καρέ που τράβηξε από τα ταξίδια της στην Ελλάδα – με την οποία συνδέθηκε στενά – από τη δεκαετία του 1940 μέχρι εκείνη  του  1960. Με σύμμαχό της μια φωτογραφική μηχανή Rolleiflex, μαζί με τον σύντροφο της ζωής της Πάτρικ Λι Φέρμορ γύρισε σχεδόν κάθε γωνιά της χώρας: Δελφοί, Μυκήνες, Μετέωρα, Κομοτηνή, Κρήτη, Ναύπλιο, Πάτμο, Κεφαλονιά, Κέρκυρα, Ζάκυνθο.
 Και δημιούργησε ένα τεράστιο αρχείο φωτογραφιών που, με εξαίρεση αυτές που δημοσιεύτηκαν στα βιβλία του συντρόφου της Πάτρικ Λι Φέρμορ – «Μάνη» και «Ρούμελη» -, παρέμεναν μέχρι σήμερα άγνωστες.
ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΤΟΠΙΑ. Το βλέμμα της προσέλκυαν εξίσου τα τοπία και οι άνθρωποι. Αρχαιολογικοί χώροι και μνημεία που αναδείκνυε με έντονες φωτοσκιάσεις. Τοπία που απέδιδε με γεωμετρική ακρίβεια. Μικρές καθημερινές σκηνές – όπως η ζωοπανήγυρη στην Κομοτηνή ή σκηνές από τα καφενεία της Κρήτης – από τις οποίες δεν έλειπαν ο αυθορμητισμός και η ζωντάνια.
Εικόνες που προκαλούν τον θεατή να τις παρατηρήσει όπως απλώνονται στο ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό πλαίσιο στο οποίο έχει στηθεί στην αίθουσα περιοδικών εκθέσεων του μουσείου, παραπέμποντας στο σπίτι του ζεύγους στην Καρδαμύλη που δώρισαν στο Μουσείο Μπενάκη -, αλλά και να τις ανακαλύψει. Και αυτό διότι η έκθεση την οποία επιμελήθηκε η Ολίβια Στιούαρτ (έχει επιμεληθεί και την αγγλική έκδοση «The photographs of Joan Leigh Fermor. Artist and Lover» μαζί με τον Ιαν Κόλινς) δεν περιορίζεται στον συνήθη εκθεσιακό χώρο, αλλά απλώνεται ώς το βάθος του δεύτερου ορόφου, στη διαδρομή προς το αμφιθέατρο. Εκεί ψευδότοιχοι έχουν κρύψει προσωρινά τις προθήκες για να υποδεχτούν τα φωτογραφικά καρέ με άξονα κυρίως τα πορτρέτα  της Τζόαν Λι Φέρμορ.
Ως «μια γυναίκα της εποχής της, ανήσυχη, βαθιά καλλιεργημένη, αθόρυβη από επιλογή, διακριτική αλλά και τολμηρή, σημαντική καλλιτέχνις, ερασιτέχνις αλλά και επαγγελματίας φωτογράφος, πρωτοποριακή, αγαπητή και αγαπημένη, αφοσιωμένη, οξύνους, κομψή στη συμπεριφορά και εκθαμβωτικά όμορφη.
Ενας άνθρωπος στιβαρός, επαναστατικός, διερευνητικός, ακαταπόνητος ταξιδευτής και κοσμοπολίτης. Αποτελούσε έναν διακριτικό πόλο έλξης των διανοητών και των καλλιτεχνών της εποχής της, με τους οποίους άλλωστε διατηρούσε βαθιά φιλία» περιγράφει την Τζόαν Λι Φέρμορ η πρόεδρος της διοικητικής επιτροπής του Μουσείου Μπενάκη Ειρήνη Γερουλάνου.
Και όσο για τη φωτογραφική της ματιά προς την Ελλάδα; «Είναι αγνή, καθαρή και τρυφερή!» είναι η απάντηση της υπεύθυνης των φωτογραφικών αρχείων του Μουσείου Μπενάκη Αλίκης Τσίργιαλου.

INFO
«Tζόαν Λι Φέρμορ. Φωτογράφος και αγαπημένη», στο Μουσείο Μπενάκη (Κουμπάρη 1) έως 21 Οκτωβρίου.