Από τις ελάχιστες, αν όχι σπάνιες, φορές που ένα οπισθόφυλλο βιβλίου έχει γραφεί τόσο σεμνά όσο το οπισθόφυλλο του βιβλίου του Δημήτρη Κανελλόπουλου «Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες». Χωρίς να περιλαμβάνει καμιά απολύτως αξιολογική χρήση, «συνοψίζει» το περιεχόμενο των δέκα ιστοριών που συγκροτούν το βιβλίο σημειώνοντας: «Ανασύροντας ιστορίες από το παρελθόν, επιδίωξα να περιγράψω έναν κόσμο πραγματικό, που πολύ απέχει από την εικόνα που δημιουργεί η νοσταλγική αναπόληση· έναν κόσμο σκληρό, που διακατεχόταν από πάθη και ένστικτα σκοτεινά, αλλά συνάμα διέθετε απλότητα και ομορφιά που έχουνε εκλείψει στις μέρες μας». Ισως τη σεμνότητα που σημειώσαμε να την υποβάλει, σε σχέση με την αναπαράστασή του, το μέγεθος ενός κόσμου που ο «πρωτογονισμός» του αντιστέκεται σε κάθε είδους λογοτεχνική προσέγγιση τόσο ευρύς, βαθύς και ανερμήνευτος που παραμένει τελικά, σε αντίθεση με έναν κόσμο σύγχρονο, περίπλοκο και «πολιτισμένο» που ενώ η εξόρρυξη του περιεχομένου του θα ήταν περίπατος για έναν διεισδυτικό πεζογράφο, του δημιουργεί την εντύπωση πως έχει καταφέρει κάτι το ακατόρθωτο.

Σφιχτό σύμπαν
Επιτέλους ένα βιβλίο που έχει γραφεί χωρίς το σύμπλεγμα ότι μεταφραζόμενο θα παρέμενε ακατανόητο για ένα αλλόγλωσο κοινό, χωρίς ωστόσο να σημαίνει τίποτα απολύτως μια τέτοιου είδους «αδυναμία», όπως ακριβώς ισχύει και για τον Παπαδιαμάντη. Αφού, μόνο έλλειψη βάθους θα καταλόγιζε κανείς σε μια ιστορία που μεταφραζόμενη θα έλεγε πάρα πολλά, αν και εξελίσσεται για παράδειγμα στη Νέα Υόρκη, σε αντίθεση με τον Δημήτρη Κανελλόπουλο, με την άγνωστη για κάθε ξένο περιοχή της Ηλείας, και τα χωριά Γαστούνη, Κρέστενα, Νεμούτα αλλά κι ένα σωρό άλλα που κυριαρχούν στις σελίδες των ιστοριών του. Δημιουργεί ένα σύμπαν τόσο σφιχτό και κλειστό που δεν φαίνεται να του περισσεύει, σε σχέση με όσες ρητά δηλώνονται, ούτε μια ακόμη συγγνώμη ή μια επιπλέον ειλικρινή πρόθεση μεταμέλειας, όπως κάθε επιπλέον πράξη σκληρότητας ή αναλγησίας, σε σχέση με όσες κατηγορηματικά αναφέρονται, θα ανέτρεπε την ισορροπία του σύμπαντος αυτού του καμωμένου ισόποσα από λάσπη και ουρανό.
Υπαρξιακή άβυσσος
Σπάνια στη νεότερη πεζογραφία μας τόσο τρομακτικά σε αντιφατική υπόσταση μεγέθη έχουν υπολογισθεί με τη ζυγαριά του φαρμακοτρίφτη, χωρίς να παύουν να κουβαλάνε τον ίλιγγο μιας υπαρξιακής αβύσσου, εικονογραφημένης όμως με πρόσωπα οικεία και συγγενικά του καθενός μας. Επειδή κανένα διήγημα ή μυθιστόρημα, καμιά ιστορία, δεν νοείται κυρίως χωρίς τον τόπο που μέσα του έχει γραφεί και χωρίς τις ιστορικές και κατά συνέπεια τις πολιτικές συνθήκες που έχουν συμβάλει στη διαμόρφωση των ηρώων του, όσο φαίνεται να χρειάζονται του Δημήτρη Κανελλόπουλου οι χωροταξικές συνθήκες – ακόμα και οι κλιματικές – προκειμένου να «στήσει» το σκηνικό του σε μια περιοχή εύκολα υπολογίσιμη ακόμη και με τον χρόνο μιας πεζοπορίας, άλλο τόσο του είναι απαραίτητη μια διάρκεια σχεδόν πενήντα χρόνων που να περιλαμβάνει ως αφετηρία της τη Μικρασιατική Καταστροφή και ως κατάληξή της τη δικτατορία των συνταγματαρχών.
Με μία μόνο διαφορά: άγρια βάτα και σχίνα, χείμαρροι και ρέματα, γκρεμοί και πλατώματα, σαν να προοικονομούν την εικόνα των ανθρώπων που πρόκειται να γνωρίσουμε ως ένα πιστό αντίγραφο της φύσης, ή μάλλον ως ένα κομμάτι αποσπασμένο από την ίδια τη φύση ώστε οποιαδήποτε ανάμεσά τους αντιδικία, σύγκρουση, έχθρα ή και φόνος ακόμη, να μην αφορά τους ίδιους αλλά να χρεώνεται στον αδρά σχεδιασμένο περιβάλλοντα χώρο.

Ατόφια συγκίνηση
Αλλά και με τη συγκίνηση του αναγνώστη να παραμένει τόσο ατόφια όσο κι αν είχε να κάνει με πρόσωπα που η καλοσύνη τους, κυρίως όταν εκδηλώνεται, πιστώνεται αποκλειστικά στα ίδια ώστε ακόμη και τα κατά κόσμον ονόματά τους (η γριά Γκάνα, ο Νικάκης, η Τριαδούλα, ο γερο-Τραγότσαλος, ο Απαλοχέρης, ο Μπροστόβαρος, η Σαραντινιώ) όσο παράξενα ή κακόηχα κι αν ακούγονται να μεταφέρουν μια προγενετική γνησιότητα. Οπως συμβαίνει ακριβώς με τις τοποθεσίες («Το ρέμα του Χαρατσάρη», «Η βρύση του Τζαμαλή», «Το περιβόλι του Λαγκριντή», «Ο Πατσουριάς», «Η Τσιπούνα») που η ονομασία τους φαίνεται να μην οριοθετεί απλά μια συγκεκριμένη περιοχή αλλά να δίνει το στίγμα μιας ανθρωπογεωγραφίας εξαιρετικά απρόσιτης, όσον αφορά τη βυθομέτρησή της, με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.

Διακριτική χροιά
Απέραντη αισθηματική ποικιλομορφία

Αναπαριστάμενη η ανθρωπογεωγραφία στα μέτρα ενός κόσμου, με τις στοιχειώδεις ή και ιδιωματικές λέξεις που χρησιμοποιεί προκειμένου να συνεννοηθεί, κάνουν την υποκείμενή τους αισθηματική ποικιλομορφία κυριολεκτικά απέραντη, σε βαθμό που το «γλωσσάρι», όπως παρατίθεται στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, να ενσωματώνεται ως ένα χρηστικό όσο και πολύ ζωντανό κεφάλαιο μέσα στην εξέλιξη των ιστοριών.
Επειδή σ" όλες τις ιστορίες είτε πρόκειται για τις «Τρεις αδελφές» του Αντον Τσέχοφ είτε για τον «Λοιμό» του Ανδρέα Φραγκιά και το «Δυο φορές Ελληνες» του Μένη Κουμανταρέα, το ανθρώπινο απόβαρό τους είναι που σου θυμίζει τελικά τη συνδυασμένη μαζί τους ιστορική, πολιτική και κοινωνική συνθήκη, ο Δημήτρης Κανελλόπουλος, είτε πρόκειται για τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον Εμφύλιο, είτε για τον πόλεμο της Αλβανίας και την Κατοχή, τούς έδωσε μια τόσο διακριτική χροιά ώστε αν και η εξέλιξη των ιστοριών θα ήταν σίγουρα διαφορετική σε περίπτωση που δεν είχαν συμβεί τα δραματικά αυτά γεγονότα, οι ίδιοι οι χαρακτήρες θα παρέμεναν ανολοκλήρωτοι αφού θα παρουσιάζονταν ως υποχείρια της Ιστορίας και όχι ως αυτόβουλα κινούμενες συνειδήσεις. Με μόνη εξαίρεση τη δικτατορία των συνταγματαρχών που έχει την «τιμητική» της σε δύο ιστορίες («Ασε με μάνα να τον πάρω» και «Η μάνα δεν ήξερε γράμματα»). Απότοκο φαίνεται του γεγονότος, χωρίς ωστόσο να γίνεται κατάχρησή του, της βαθιάς σφραγίδας που έβαλε στην περιοχή της Ηλείας η αλήστου μνήμης 21η Απριλίου.
Μια έκδοση τελικά που την καθιστούν υποδειγματική ακόμη και τα παραπληρωματικά στοιχεία, όπως είναι η φωτογραφία του Φρεντ Μπουασονά στο εξώφυλλο (δείχνει τον ποταμό Αλφειό στα 1903), τα σχέδια που έχει φιλοτεχνήσει η Εύη Τσακνιά καθώς και η αφιέρωση του βιβλίου στον ηλείο πεζογράφο Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο και τη σύζυγό του Νιόβη.

Δημήτρης Κανελλόπουλος
Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες
Εκδ. Κίχλη, 2018, σελ. 144
Τιμή: 11 ευρώ