Δισεκατομμύρια «μοιράζει» ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στους ψηφοφόρους ενόψει των πρόωρων εκλογών της 24ης Ιουνίου, παρά τα σαφή σημάδια υπερθέρμανσης της τουρκικής οικονομίας, την κατρακύλα της λίρας, την εκτόξευση του πληθωρισμού και την ανησυχία των διεθνών επενδυτών: έκτακτες χρηματικές ενισχύσεις των συνταξιούχων, χαμηλότερα επιτόκια για τα στεγαστικά δάνεια, αναδιαρθρώσεις χρεών προς το Δημόσιο, φοροαπαλλαγές, αμνηστία για κάπου 13 εκατομμύρια αυθαίρετα κτίρια, μείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα καύσιμα είναι μερικές μόνο από τις προεκλογικές παροχές που έχουν εξαγγελθεί προκειμένου, όπως είπε ο Τσεβντέτ Γιλμάζ του AKP, να «μοιραστούμε τα οφέλη της ανάπτυξης με τον λαό μας και να βελτιώσουμε την αναδιανομή του πλούτου». Την ίδια ώρα, το πογκρόμ εις βάρος των «αντιπάλων» συνεχίζεται: εντάλματα σύλληψης για ακόμη 101 στελέχη της πολεμικής αεροπορίας εξέδωσαν χθες εισαγγελείς στην Αγκυρα.
«Αν αφήσουμε τη χώρα στα χέρια αυτών που την κυβερνούν σήμερα, δεν θα καταφέρουμε να την ξανασηκώσουμε όρθια» λέει σε συνέντευξή του στη «Monde» ένας από τους πέντε υποψηφίους που θα αντιμετωπίσουν τον Ερντογάν στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών, ο 77χρονος Τεμέλ Καραμολάογλου, ένας πρωτοπόρος του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία. «Εφτασε η ώρα να πούμε στον έξαλλο σουλτάνο ότι είναι άδικος» επισημαίνει, εκφράζοντας την ανησυχία του για «την εξαφάνιση του κράτους δικαίου».
Ο Καραμολάογλου είναι επικεφαλής του ισλαμοσυντηρητικού Κόμματος της Ευτυχίας (SP). Εχει τις ίδιες ιδεολογικές ρίζες με τον Ερντογάν και το AKP. Θα μπορούσε λοιπόν να είχε συμμαχήσει μαζί του – το AKP τού πρότεινε, πράγματι, να ενταχθεί στην ισλαμοεθνικιστική συμμαχία που συγκρότησε ενόψει των εκλογών με το ακροδεξιό MHP. Προτίμησε ωστόσο να ενταχθεί στο μέτωπο που σχηματίστηκε εναντίον του Ερντογάν: για πρώτη φορά τα τελευταία 16 χρόνια, τέσσερα κόμματα, το SP, η κεμαλική αντιπολίτευση (CHP), οι εθνικιστές του Καλού Κόμματος και οι συντηρητικοί του Δημοκρατικού Κόμματος, συμφώνησαν να παρουσιάσουν κοινές λίστες στις κοινοβουλευτικές εκλογές του Ιουνίου, απειλώντας να στερήσουν από το AKP την κοινοβουλευτική του πλειοψηφία. Και υπάρχει ένας καλός λόγος για αυτό:
«Οταν ανέλαβε πρωθυπουργός το 2003, ο Ερντογάν είχε μόνο δύο λέξεις στο στόμα – δικαιοσύνη και ελευθερία. Τελικά, εγκαθίδρυσε ένα απολυταρχικό καθεστώς, εκείνος και μόνο αποφασίζει για όλα. Δίχασε με πρωτοφανή τρόπο την κοινωνία. Και ενθάρρυνε την εγκαθίδρυση ενός πελατειακού συστήματος που κατέληξε να γονατίσει την οικονομία… Ο ίδιος και οι ακόλουθοί του έχουν πλουτίσει, αλλά το κράτος έχει φτωχύνει».
Ο ίδιος ο Καραμολάογλου βέβαια έχει ελάχιστες πιθανότητες να κερδίσει την προεδρία, και το κόμμα του, που έλαβε ποσοστό μικρότερο του 1% στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 2015, δεν αναμένεται να εξασφαλίσει παρά λίγους βουλευτές στο Κοινοβούλιο· τις «μετοχές» του ωστόσο αυξάνει η δυνατότητά του να προσελκύσει τις ψήφους θρήσκων ψηφοφόρων, Τούρκων και Κούρδων, που έχουν απογοητευτεί από το καθεστώς του Ερντογάν. Το κόμμα δηλώνει άλλωστε «υπέρ της αναγνώρισης της κουρδικής ταυτότητας». Και ο ίδιος ο Καραμολάογλου χαρακτηρίζει «παράλογη» την απόφαση των Αρχών να κρατήσουν προφυλακιστέο τον κούρδο ηγέτη Σελαχατίν Ντεμιρτάς – ακόμη έναν υποψήφιο για την προεδρία. Πρώην μηχανικός κλωστοϋφαντουργίας, με σπουδές στη Βρετανία, ο επικεφαλής του ισλαμοσυντηρητικού Κόμματος της Ευτυχίας δυσκολεύεται να βρει αρκετά σκληρά λόγια προκειμένου να καταδικάσει το απολυταρχικό σύστημα που έχει εγκαθιδρύσει ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν: «Δεν υπάρχει πλέον κανένας μηχανισμός ελέγχου σε αυτά που κάνει η κυβέρνηση, καμία απολύτως διαφάνεια. Με μια τέτοιου είδους διακυβέρνηση, πώς θέλετε να προοδεύσει μια χώρα;».

Iσορροπημένη διπλωματία
Ο Τεμέλ Καραμολάογλου λυπάται για τη μετατροπή της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής «σε ένα εργαλείο στην υπηρεσία της εσωτερικής πολιτικής». Το αποτέλεσμα; «Η Τουρκία δεν έχει καλές σχέσεις με κανέναν».
Ο ίδιος επιθυμεί μια ισορροπημένη διπλωματία. «Το να υβρίζεις την Ανγκελα Μέρκελ μπορεί να σου εξασφαλίσει πόντους μεταξύ του εκλογικού σώματος, αλλά δεν λύνει τα προβλήματα» σημειώνει, δηλώνοντας έτοιμος για συνομιλίες με την ΕΕ προς την κατεύθυνση μιας προνομιούχου εταιρικής σχέσης.