Από τον μεγάλο σεισμό έχουν περάσει πια έξι χρόνια.
Στις εκλογές του Μαΐου 2012, οι μικρές ρωγμές, που με τα χρόνια είχαν ανοίξει στο σκαρί του κομματικού συστήματος, διευρύνθηκαν απότομα. Και το σκάφος πήρε νερά. Από εκεί που είχαμε δύο κόμματα σαν τα ψηλά βουνά, που μονοπωλούσαν την κάλπη (85% το 2004, 77% το 2009), βρεθήκαμε σε ένα τοπίο μικρών λόφων, με μια επτακομματική Βουλή και με τα τρία πρώτα κόμματα σε απόσταση αναπνοής το ένα από το άλλο, χωρίς κανένα να αγγίζει καν το όριο του 20%: 18,8% η ΝΔ, 16,8% ο ΣΥΡΙΖΑ, 13% το ΠΑΣΟΚ.
Στις αμέσως επόμενες εκλογές, έναν μήνα αργότερα, τα θρύψαλα του παλιού τοπίου έμοιαζαν να έλκονται προς τους δύο πόλους ενός νέου, αναδυόμενου δικομματισμού που έμοιαζε το νέο πολεοδομικό σχέδιο μετά τον σεισμό. Η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ συγκέντρωσαν 56% τον Ιούνιο του 2012 και 64% το 2015. Από τότε χρονολογείται αυτή η συζήτηση που τώρα ανακυκλώνεται: Είναι οριστική αυτή η νέα πολιτική διάταξη ή μεταβατική; Ο παλιός δικομματισμός θα υποκατασταθεί από έναν νέο «μικρό δικομματισμό»; Και αν ο ένας πόλος της νέας διάταξης θα είναι αδιαμφισβήτητα η ΝΔ, ο άλλος πόλος ποιος θα είναι; Θα καταλάβει ο ΣΥΡΙΖΑ τη θέση που είχε το ΠΑΣΟΚ; Το μπορεί; Το αντέχει; Και οι υπόλοιπες δυνάμεις της Κεντροαριστεράς έχουν τη δυνατότητα να ανανεωθούν και να διεκδικήσουν ηγετικό ρόλο ή είναι καταδικασμένες σε ρόλο δευτεραγωνιστή, καταδικασμένες να απαντούν διαρκώς στο μονότονο και δηλητηριώδες ερώτημα «και μετά, με ποιον από τους δύο θα πάτε;»;
Ο καθένας έδινε τη δική του πρόβλεψη. Μα όλοι ξέραμε πως την οριστική απάντηση θα τη δώσει μόνον ο χρόνος, οι επόμενες κάλπες και – ίσως – το απόν εκλογικό σώμα, αυτό το ένα εκατομμύριο των πολιτών που, από τον Οκτώβριο του 2009 ώς τον Σεπτέμβριο του 2012, ψήφισε «με τα πόδια», δυσπιστώντας και απέχοντας – εάν κάποτε αποφάσιζε να επιστρέψει.
Εξι χρόνια αργότερα, το ερώτημα παραμένει αναπάντητο. Μια μακρά σειρά δημοσκοπήσεων, ώς τις εντελώς πρόσφατες, βεβαιώνουν ότι η μεν διαφορά μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ είναι εμπεδωμένη, αλλά η συνύπαρξή τους σε έναν νέο δικομματισμό παραμένει εύθραυστη. Το δημοσκοπικό άθροισμα της δύναμης των δύο υπολείπεται ακόμη και της χαμηλής επίδοσης του Ιουνίου 2012. Η επίμονα χαμηλή συσπείρωση των ψηφοφόρων ΣΥΡΙΖΑ του 2015 παραμένει αμφίβολο αν πρέπει να ερμηνευθεί ως ένδειξη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει δεξαμενή αναποφάσιστων που θα αντλήσει, όταν έρθει η ώρα, ή ως ένδειξη χαμηλής ταύτισης ευκαιριακών ψηφοφόρων. Το βέβαιο είναι πως η διαδικασία ανασύνθεσης, μετασχηματισμού του ευρύτερου χώρου της Κεντροαριστεράς θα είναι το μεγάλο στοίχημα των επόμενων εκλογών.
Είναι μια πολιτική περιπέτεια που έχει ήδη ιστορία οκτώ χρόνων. Το ΠΑΣΟΚ είχε κυριαρχήσει στις εκλογές του 2009 και διατηρούσε την ηγεμονική του θέση ώς τα τέλη του 2010, και μετά το Μνημόνιο. Τον Ιούνιο του 2011, η δημοσκοπική του συσπείρωση πέφτει απότομα, από το 70% στο 50%, καθώς ξεκινούσε το κίνημα των Αγανακτισμένων, για να βυθιστεί στο 33% τον Νοέμβριο του 2011, μετά τον σχηματισμό της κυβέρνησης συνεργασίας με ΝΔ και ΛΑΟΣ. Τον Φεβρουάριο του 2012, η MRB είχε βρει ότι το 20% των πρώην ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ είχε μετακινηθεί στη ΔΗΜΑΡ και μόνον το 6% στον ΣΥΡΙΖΑ. Δύο μήνες αργότερα, η ίδια εταιρεία έβρισκε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ξεπεράσει τη ΔΗΜΑΡ ως χώρος υποδοχής νομάδων του ΠΑΣΟΚ (13% έναντι 9%). Κι έναν μήνα αργότερα ήρθαν οι κάλπες. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, από τον Απρίλιο ώς τον Ιούνιο του 2012, πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη, η πιο γρήγορη μετακίνηση εκλογικών πληθυσμών στη νεότερη Ιστορία. Σε τρεις εκλογικές αναμετρήσεις, ο ΣΥΡΙΖΑ καταγράφηκε ως η βασική επιλογή των ψηφοφόρων της Κεντροαριστεράς. Κι ύστερα, είχε τέσσερα χρόνια μπροστά του, ως κυβέρνηση, να χρησιμοποιήσει (με τους παλιούς γνωστούς και κάποιους από καιρό εγκαταλελειμμένους, απαξιωμένους τρόπους) τα εργαλεία της εξουσίας για να εμπεδωθεί ως κόμμα εξουσίας.
Τα κατάφερε;
Δεν θα το ξέρουμε πριν μετρηθούν οι ψήφοι στις επόμενες εκλογές – όποτε γίνουν. Αλλά υπάρχουν σημάδια πως το στοίχημα δεν έχει κλείσει ακόμη. Κατά τούτο πάσχει και η συζήτηση που φούντωσε, και προκαλεί τόσες τρικυμίες σε μικρά φλιτζάνια του καφέ, για τη μελλοντική σχέση του νέου φορέα της Κεντροαριστεράς με τον μετεκλογικό ΣΥΡΙΖΑ, την προσέγγισή τους ή τη συνεργασία τους στο πλαίσιο ενός «προοδευτικού πόλου»: προεξοφλεί ότι ο αυριανός συσχετισμός δύναμης ανάμεσα στους δύο χώρους θα εξακολουθήσει να είναι ο χθεσινός.
Και κάτι ακόμη σημαντικότερο: η συζήτηση αυτή, όπως σήμερα διεξάγεται, προεξοφλεί την έκβαση μιας μάχης για την ηγεμονία των ιδεών στην ευρύτερη Κεντροαριστερά, που δεν έχει ακόμη δοθεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ πράγματι έχει επιστρέψει στον «αριστερό ευρωπαϊσμό», τον οποίο είχε βίαια εγκαταλείψει το 2011, τότε που παραδόθηκε αύτανδρος στον αντιμνημονιακό λαϊκισμό και δανείστηκε το πολιτικό λεξικό των ΑΝΕΛ. Ως προς αυτό – και δεν είναι ασήμαντο – έχουν δίκιο όσοι λένε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αλλάξει.
Μα ως προς όλα τα άλλα – τη δημοκρατία, τη διάκριση των εξουσιών, τις μεταρρυθμίσεις, προπάντων τις μεταρρυθμίσεις – η μάχη για την ηγεμονία είναι ανοιχτή. Και θα ήταν ασυγχώρητο λάθος να προεξοφληθεί η ήττα των μεταρρυθμιστών στον προνομιακό τους χώρο. Να προεξοφληθεί, δηλαδή, ότι ο πολιτικός χώρος που έχει υπογράψει όλες τις θετικές μεταρρυθμίσεις των τελευταίων τριών δεκαετιών, από το ΑΣΕΠ και τα ΚΕΠ ώς τις ανεξάρτητες Αρχές και τη Διαύγεια, θα ανασυντεθεί οριστικά κάτω από την ηγεμονία των αντιμεταρρυθμιστών.