Την περασμένη εβδομάδα πήγα στο σουπερμάρκετ. Υποκατάστημα γνωστής και μεγάλης αλυσίδας σε μεσοαστικό προάστιο. Στο καροτσάκι μου είχα αφήσει δύο μεγάλες επαναχρησιμοποιούμενες τσάντες, από αυτές που «αγαπήσαμε» τελευταία, και μια θερμομονωτική για προϊόντα ψυγείου όταν κατέβηκα για δυο λεπτά στον κάτω όροφο με τα απορρυπαντικά. Στο ταμείο, διαπίστωσα ότι οι τσάντες μου (συνολικής αξίας λιγότερης των 3 ευρώ) είχαν κάνει φτερά. Προφανώς, κάποιος είχε διαπιστώσει ότι δεν ήταν αρκετές οι δικές του – για να το πω ευγενικά. Προχθές το πρωί, φίλος έλεγε ότι είδε να βγάζουν από κατάστημα (γνωστό για τις χαμηλές τιμές του) στην Ερμού δύο νέες κοπέλες με χειροπέδες. Προφανώς είχαν προσπαθήσει να κλέψουν κάτι που θα κόστιζε το πολύ 40 ευρώ, αφού οι τιμές των εμπορευμάτων του συγκεκριμένου brand δεν ξεπερνούν αυτό το ποσό. Δεν πέρασαν λίγες ώρες και το απόγευμα σε κατάστημα με ακόμη χαμηλότερες τιμές έγινα αυτόπτης μάρτυς ανάλογου περιστατικού. Το κορίτσι – που έκλαιγε γοερά υπό το βλέμμα του σεκιουριτά και της υπεύθυνης του καταστήματος – δεν πρέπει να ήταν πάνω από δεκαοχτώ ετών. Και η μπλούζα που είχε βάλει, χωρίς να περάσει από το ταμείο, στην τσάντα της δεν πρέπει να κόστιζε πάνω από δεκαοχτώ ευρώ. (Να πω εδώ ότι δεν πιστεύω πως ξαφνικά έπεσε στις νεαρές Ελληνίδες επιδημία Γουαϊνόνα Ράιντερ). Πριν από λίγες μέρες, ένα πρωί με καταρρακτώδη βροχή, ένα κορίτσι και ένα αγόρι, βρεγμένα μέχρι το κόκαλο, προσπαθούσαν να μοιράσουν διαφημιστικά φυλλάδια κέντρου αισθητικής στους περαστικούς που τους προσπερνούσαν βιαστικά. Τα πουλάκια μου φαντάζομαι ότι θα έτρεμαν τη μήνιν του εργοδότη τους επειδή θα εγκατέλειπαν για λίγο το πόστο τους έστω και κάτω από αυτές τις συνθήκες. Και θα έχαναν την υποτυπώδη δουλειά με την ακόμη πιο υποτυπώδη αμοιβή.
Καθημερινές στιγμές, μικρές ρωγμές σε μια επίπλαστη κανονικότητα που καμωνόμαστε ότι είναι αυθεντική. Θλιβερά αλάρμ που προκαλούν θλίψη και αμηχανία στα οποία όμως δεν θα έπρεπε να κωφεύουμε γιατί σιγά σιγά, με αυτόν τον ύπουλο τρόπο που εγκαθίστανται οι μολύνσεις, θα αρχίσουν να συνθέτουν την εικόνα μίας νέας «κανονικότητας». Αυτής που έπεσε σαν καταιγίδα από την αρχή της οικονομικής κρίσης, καταστάλαξε όμως σαν μόνιμη υγρασία στους τοίχους μας τα τρία χρόνια διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Με το συνεχές κατέβασμα του πήχη και την αντιμετώπιση της μπόρας ως ανοιξιάτικης ψιχάλας. Τραγουδώντας στη βροχή ενώ έχει μουσκέψει ακόμη και το βρακί μας. Είναι οι εικονοποιήσεις των δεικτών που, στις διεθνείς έρευνες, μας φέρνουν στις πάνω θέσεις της εξαθλίωσης και στις κάτω της ευτυχίας. Προσεχώς Βενεζουέλα.
Με κάτι τέτοιες αφορμές είναι που φέρνω στο νου μου αυτά που έλεγε, στις αρχές ακόμη της κρίσης, ο Μένης Κουμανταρέας. Οτι, δηλαδή, στις δεκαετίες του 1950, 1960, 1970 ήμασταν ένας φτωχός λαός που είχαμε όμως αναπτύξει τον πολιτισμό της φτώχειας. Ημασταν, με δυο λόγια, πολιτισμένοι φτωχοί. Μετά πλουτύναμε. Τόσο απότομα και τόσο γρήγορα που δεν προλάβαμε να αναπτύξουμε τον πολιτισμό της ευμάρειας. Και από αξιοπρεπείς φτωχοί γίναμε αναξιοπρεπείς πλούσιοι. Και μετά φτωχύναμε. Επίσης πολύ γρήγορα και απότομα. Τον πολιτισμό της φτώχειας τον είχαμε, εν τω μεταξύ, ξεχάσει. Και από αναξιοπρεπείς πλούσιοι γίναμε αναξιοπρεπείς φτωχοί.