Η θεωρία ότι ο Ερντογάν συντηρεί την ένταση στο Αιγαίο για προεκλογικές σκοπιμότητες λειτουργεί μεν βολικά και εφησυχαστικά για το ελληνικό πολιτικό σύστημα, αλλά είναι επιφανειακή και παραπλανητική. Το σχέδιο ανασύστασης μιας ευρύτερης νεοοθωμανικής σφαίρας επιρροής είναι ρητό, σαφές και μη αποκρυπτόμενο, στηρίζεται δε σχεδόν ομόφωνα από όλο το τουρκικό πολιτικό σύστημα – ισλαμιστές, κεμαλιστές, ακροδεξιούς και μετριοπαθείς.
Ηδη το σχέδιο αυτό έχει προεξαγγελθεί και «τεκμηριωθεί» γεωπολιτικά» στο «Στρατηγικό βάθος» του Νταβούτογλου και στη συνέχεια με τις επαναλαμβανόμενες δηλώσεις του Ερντογάν για την πρόθεση ανάκτησης των παλαιών συνόρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Η Τουρκία ουδέποτε συμφιλιώθηκε με την αποδόμηση της αυτοκρατορίας της, στη διάλυση της οποίας  πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν οι Ελληνες από τα Ορλωφικά (1770) μέχρι τον Σαγγάριο (1921). Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης, η κεμαλική Τουρκία αποδύθηκε σε προσπάθεια οικοδόμησης σφαίρας επιρροής κατά μήκος της Κεντρικής Ασίας μέχρι την τουρκόφωνη Δυτική Κίνα (Ξι-Γιανγκ). Αυτή η παντουρανική πολιτική απέτυχε παταγωδώς λόγω της απροθυμίας των μετασοβιετικών ασιατικών κρατών αλλά και της αντίδρασης της Ρωσίας και άλλων δυνάμεων.
Το plan B των Τούρκων υπήρξε το «φιλικό» νεοοθωμανικό. Ο Ερντογάν την περασμένη δεκαετία επιχείρησε να συνάψει δεσμούς με χώρες όπως η Αίγυπτος, η Συρία κ.λπ. εν ονόματι του κοινού οθωμανικού παρελθόντος, αλλά οι χώρες αυτές αντιμετώπισαν την πατερναλιστική αυτή πολιτική ως απειλή και την απέρριψαν.
Ακολούθησε το plan C, η πολιτική μετωπικής σύγκρουσης της Τουρκίας με το Ισραήλ και την Δύση, ως «έξωθεν καλή μαρτυρία» για την αναβάθμιση της Τουρκίας σε ηγέτη και προστάτη των μουσουλμάνων. Η εικόνα της χώρας αυτής ως συμμάχου της Δύσης αποδομήθηκε. Αλλωστε οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας με την ΕΕ ατόνησαν και η τουρκική διπλωματία τις θεώρησε αδιάφορες ή και ανεπιθύμητες.
Ταυτόχρονα η Τουρκία έκανε προβολή ισχύος έναντι των εταιρειών και εμμέσως των κρατών που εγκαινίασαν γεωτρήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ (Ιταλία, Γαλλία) ώστε να αποτρέψει τον αποκλεισμό της από τα κοιτάσματα. Ακολούθησε η εισβολή στη Συρία και το οριακά θερμό πρώτο εξάμηνο του 2018 στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Η ευθεία και δημόσια αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάννης από τον εκλεγμένο αρχηγό του τουρκικού κράτους εκδηλώνεται σε διεθνές περιβάλλον αστάθειας και ρευστότητας, αμπώτιδος της αμερικανικής πολιτικής, ρωσοτουρκικής προσέγγισης και ευρωπαϊκής παραλυσίας. Επίσης, πρωτοφανούς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης της ελληνικής πλευράς. Επομένως η στρουθοκαμηλική υποτίμηση και παρερμηνεία των τόσο ξεκάθαρων τουρκικών προθέσεων σε «προεκλογικές σκοπιμότητες ενόψει των τουρκικών εκλογών»  είναι ανεύθυνη και επικίνδυνη. Και χρήζει άμεσης, κατεπείγουσας αναθεώρησης.