Μήδειες του 21ου αιώνα; Ή ένα ακόμα νοσηρό σύμπτωμα μιας Ελλάδας σε πολλαπλή κρίση; Φεβρουάριος 2018, Πετρούπολη: μια 19χρονη πνίγει το νεογέννητο βρέφος της και το πετά σε κάδο απορριμμάτων με τη βοήθεια της 54χρονης μητέρας της. Απρίλιος 2018, Νέα Σμύρνη: μια 22χρονη εγκαταλείπει το βρέφος της στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας. Δύο νεαρές γυναίκες, δύο ανεπιθύμητες κυήσεις, δύο ασφυκτικά οικογενειακά πλαίσια που ενθαρρύνουν τη νοσηρότητα.
Τι κάνει έναν άνθρωπο βρεφοκτόνο στην Αθήνα του 21ου; Κατά πόσο μια «λυτρωτική ανθρωποκτονία» – όπως την αποκαλούν οι ειδικοί – συνδέεται με το κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο και το κυρίαρχο αίσθημα αβεβαιότητας για το μέλλον;
Ο Κώστας Αλεξανδρόπουλος, ψυχίατρος, πρώην διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής του νοσοκομείου Ευαγγελισμός, διαπιστώνει ότι «και στα δύο περιστατικά έχουμε τις ίδιες αντιδράσεις που έχουν να κάνουν με την απόγνωση. Δεν μιλάμε απαραίτητα για άτομα που νοσούν, αλλά για άτομα που επέλεξαν τη χειρότερη λύση πιεσμένα από τις κοινωνικές – οικονομικές συνθήκες. Διαπιστώνουμε μια πρωτόγονη αντίδραση. Το έμβρυο θεωρήθηκε ως ένα βάρος από το οποίο θέλησαν να απαλλαγούν. Σαν να ήταν ανήμπορες να βρουν μια πιο «έξυπνη» διέξοδο από το πρόβλημά τους. Θα μπορούσαν να απαλλαγούν με άλλο τρόπο, αλλά πετούν τα βρέφη σαν να ήταν σκουπιδάκια. Οι θύτες δεν έχουν καλλιεργημένες προσωπικότητες. Μια τέτοια πράξη εξαρτάται από την ηθική συνείδηση, την πνευματική καλλιέργεια και τις οικονομικές συνθήκες. Δείχνουν να το είδαν σαν μια «άμβλωση λίγο μετά τον τοκετό». Είναι άτομα με λιγότερες επιλογές επίλυσης του προβλήματος. Και η αντίδρασή τους σχετίζεται άμεσα με το οικογενειακό τους πλαίσιο. Μια γυναίκα που το κάνει αυτό, προσπαθεί να πείσει τον εαυτό της ότι είναι καλύτερα να λήξει άμεσα η ζωή του μωρού της – σαν να μη γεννήθηκε ποτέ. Για να μην υποστεί η ίδια τις συνέπειες του μεγαλώματος του παιδιού και εκείνο να μην καταδικαστεί σε ένα κακό μέλλον. Θέλει να το αποτινάξει από πάνω της αυτό το βάρος για να ξεφύγει από τη μελαγχολία».
Πόσο άμεση είναι η σύνδεση μιας «λυτρωτικής ανθρωποκτονίας» με το ευρύτερο πλαίσιο; «Η παρατεταμένη κρίση κάνει τα ήθη να αμβλύνονται. Ετσι ο καθένας επιχειρεί να επιβιώσει με τον τρόπο που του είναι εφικτός. Είναι πιθανόν αυτές οι γυναίκες να είχαν λειτουργήσει διαφορετικά πριν από δέκα χρόνια. Οσο πιο δύσκολη είναι η ζωή τόσο μικρότερα είναι τα επίπεδα ανεκτικότητας» μας απαντά ο Κώστας Αλεξανδρόπουλος.
Σε μια τέτοια περίπτωση λοιπόν μπορεί να διαπραχθεί μια βρεφοκτονία είτε από άτομο που νοσεί είτε από άτομο που βιώνει νοσηρότητα μέσα στο περιβάλλον του. Ο εγκληματολόγος Αγγελος Τσιγκρής θεωρεί την ασφυκτική κοινωνική πίεση βασική αιτία τέτοιου είδους εγκληματογένεσης. «Πρόκειται για αφαίρεση ζωής με πρόθεση. Ενα από τα κίνητρα του εγκλήματος είναι και η λύτρωση! Το κλειδί σε αυτή την περίπτωση είναι η έντονη κοινωνική πίεση. Αν έλειπε αυτός ο παράγοντας, το έγκλημα δεν θα είχε τελεστεί. Εχουμε μια νεαρή μητέρα, μια έντονη κοινωνική πίεση που ασκείται σε αυτή λόγω του γεγονότος πως είναι άγαμη μητέρα. Προφανώς το θύμα του συγκεκριμένου εγκλήματος αποτελεί δυσβάσταχτο βάρος για την ίδια και τον κοινωνικό της περίγυρο. Το γεγονός της κοινωνικής απόρριψης όχι μόνο του παιδιού αλλά και της ίδιας της μητέρας είναι η κύρια αιτία. Μια κλειστή κοινωνία εμφανίζει περισσότερα τέτοια φαινόμενα από μια φιλελεύθερη κοινωνία». Οσο για το πού ανήκει η χώρα μας; «Είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση» απαντά ο Αγγελος Τσιγκρής, ενώ επισημαίνει πως παράγοντες όπως η φτώχεια, η ανεργία και η αλλοίωση του πληθυσμού συντελούν στην «αλλαγή του εγκλήματος». Η κλινική ψυχολόγος – ψυχαναλύτρια Μαρίνα Φρανγκιαδάκη εξηγεί στα «ΝΕΑ» πως «σε κάποιες περιπτώσεις η εγκυμοσύνη και ο τοκετός μπορεί να βιωθούν από τη γυναίκα ως μια απειλή ή και διάλυση της ενότητας του σώματος και του εγώ.
Η βρεφοκτονία μπορεί τότε να αποτελέσει μια εξαιρετικά ακραία μορφή εξαφάνισης του αντικειμένου που βιώνεται ως ξένο και απειλητικό με μια πράξη που αγγίζει τα όρια του ανυπόφορου».