Η υπόθεση Πολκ είναι ένα θρίλερ… κινηματογραφικών διαστάσεων. Οντως θα μπορούσε να αποτελέσει το υλικό για μια ταινία από αυτές που, για πολλούς λόγους, μένουν στην ιστορία του κινηματογράφου. Δεν είναι μόνο η χολιγουντιανή κοψιά του αμερικανού δημοσιογράφου που προκαλεί αυτούς τους συνειρμούς. Είναι και το σκηνικό – η Θεσσαλονίκη στην καρδιά ενός εμφυλίου πολέμου. Το μεγάλο διεθνές ενδιαφέρον, αφού ακόμη και ο Ερνεστ Χεμινγουέι είχε γράψει τότε ότι «αν η υπόθεση Πολκ αποσιωπηθεί, αυτό θα αποτελέσει νίκη για εκείνους που πιστεύουν ότι μπορούν να σκοτώσουν την αλήθεια, σκοτώνοντας τον άνθρωπο που επιδιώκει να την αποκαλύψει». Ακόμη, η προβολή του Εμφυλίου στη δολοφονία αφού, όπως έγραψε χαρακτηριστικά, τον Αύγουστο του 1948 ο δημοσιογράφος Ουίνστον Μπερνέτ, «είτε οι κομμουνιστές σκότωσαν τον Πολκ, είτε οι ακροδεξιοί, επιλέγοντας το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, η κάθε πλευρά άφηνε το έγκλημα στην αυλή της άλλης». Και έπειτα, η δίκη – παρωδία που ακολούθησε, οι υπαινιγμοί για ερωτικές σχέσεις, ακόμη και το ότι στο στομάχι του θύματος βρέθηκε αστακός, κάτι εξαιρετικά σπάνιο στη Θεσσαλονίκη της εποχής.
Στον κινηματογράφο όμως υπάρχει πάντα κάποια λύση έστω και αν κλείνει το μάτι στο κοινό ότι, δηλαδή, τα πράγματα μπορεί να μην είναι ακριβώς όπως φαίνονται. Ενώ στην υπόθεση Πολκ, οι θεωρίες συνωμοσίας που διατυπώθηκαν ήταν πολλές, άλλες κατέρρευσαν, άλλες ξεχάσθηκαν άλλες μένουν μετέωρες. Εβδομήντα χρόνια μετά μπορεί να έχει διερευνηθεί ποιοι δεν είναι δυνατόν να έχουν κάνει το έγκλημα, καμία υποψία όμως για το ποιος το έκανε. Ακόμη και ο έλληνας μετρ του αστυνομικού μυθιστορήματος Γιάννης Μαρής, που ως νεαρός ρεπόρτερ είχε καλύψει την υπόθεση ενώ το 1977 ασχολήθηκε πάλι με αυτήν (τα σχετικά κείμενά του έχουν γίνει βιβλίο από τις εκδόσεις Αγρα μαζί με το «Ο Μαρής για την υπόθεση Πολκ» του Γιάννη Λεονταρίτη), επαναλάμβανε χαρακτηριστικά : «Είναι σχεδόν βέβαιο ότι τα πράγματα δεν έγιναν όπως εμφανίστηκε ότι έγιναν. Πώς όμως έγιναν;».