Η παραίτηση του προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν ήταν τιμητική ούτε για τον ίδιον, ούτε για το Δικαστήριο, ούτε για την κατάσταση της Δικαιοσύνης υπό την παρούσα κυβέρνηση. Για τον ίδιο, γιατί σφράγισε μια θητεία κατά τη οποία δεν μπόρεσε να προστατέψει το κύρος του Δικαστηρίου: στην αρχή συνομίλησε, αργότερα συγκρούστηκε με την εκτελεστική εξουσία – και στις δυο περιπτώσεις χωρίς πειστική υπεράσπιση του ρόλου του -, φεύγει δε με αιτιολογία και σε χρόνο που δεν πείθουν.
Ιδίως άστοχο ήταν το μανιφέστο που συνόδεψε την παραίτηση, καθώς στρέφεται κατά αποφάσεων του ίδιου του Δικαστηρίου του και περιέχει πολιτικές κρίσεις για την κατάσταση της χώρας που δεν ταιριάζουν ούτε σε δικαστή ούτε σε αντιστεκόμενο στον λαϊκισμό πολίτη. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δέχτηκε επίσης πλήγμα από την εκ του ίδιου του προέδρου του προερχόμενη κατηγορία περί διαρροών εσωτερικών συζητήσεων και μη τήρησης της δεοντολογίας, παρότι αποτελούν γνωστές από καιρό παθογένειες, η δε όξυνσή τους αντανακλά περισσότερο στις ικανότητες του προέδρου. Η κατάσταση της χώρας και των θεσμών δεν αφήνει την πολυτέλεια για ρήγματα στην αξιοπιστία ενός Δικαστηρίου στο οποίο ώς πρόσφατα προσέβλεπε το κοινωνικό σώμα.
Η κυβέρνηση, τέλος, βγαίνει πολλαπλά εκτεθειμένη, καθώς οι αιτιάσεις περί επανειλημμένων παραβιάσεων του Κράτους Δικαίου απηχούν μια ορατή από όλους πραγματικότητα, που υπερβαίνει το πρόσωπο και τα κίνητρα του καταγγέλλοντος. Η στάση του σημερινού κυβερνητικού συνασπισμού – με πρώτης γραμμής ρόλο του μικρού εταίρου – έναντι του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου συνδύασε παρεμβατικότητα (στην υπόθεση των ραδιοτηλεοπτικών σταθμών και όχι μόνο), ανοίκειες μεθοδεύσεις και εντελώς εκτός ορίων «κριτική» σε αποφάσεις που αμφισβητούσαν επιλογές της εξουσίας, καθώς και έλλειψη αυτοσυγκράτησης ακόμα και αυτή την ευαίσθητη στιγμή.
Μια πρωτοφανής παραίτηση και ένα πρωτοφανές άδειασμα της κυβέρνησης από θεσμικά υψηλόβαθμο πρόσωπο, το οποίο η ίδια επέλεξε, δεν προοιωνίζονται τίποτα καλό, ιδίως σε μια περίοδο που θα έπρεπε να αναζητούμε την ομαλότητα και η Δικαιοσύνη να αποτελεί σταθερό φάρο της.
O Κώστας Μποτόπουλος είναι συνταγματολόγος