Οσοι είμαστε γύρω στα 60 (και μεγαλύτεροι) θυμόμαστε πολύ καλά ότι «μετάφραση» στο μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών (και των Λατινικών) σήμαινε τόσο αποστήθιση από κάποιο θλιβερό «λυσάρι» (που ήταν, μάλιστα, ηθικώς απαγορευμένο) όσο και διδακτική αγγαρεία στην τάξη. Εξάλλου η όλη διαδικασία της πολύωρης ανά εβδομάδα διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών ήταν αποκλειστικά γραμματικοκεντρική με ολίγον συντακτικόν άλας! Στον δε εξωσχολικό χώρο η μετάφραση των αρχαιοελληνικών κειμένων ήταν συντριπτικώς φιλολογικού προσανατολισμού: όχι απλώς προείχε η φιλολογική αλήθεια, αλλά και το πάνω χέρι το είχε πάντοτε η πιο στυγνή φιλολογική αντίληψη, αυτή που βλέπει μόνο λέξεις χωριστές, στερημένες κειμενικής συνοχής και συνεκτικότητας – λέξεις, δηλαδή, άσχετες μεταξύ τους.
Δύο είναι ανέκαθεν οι κατηγορίες των μεταφράσεων από τα Αρχαία Ελληνικά στα Νέα Ελληνικά: από τη μια οι μεταφράσεις δραματικών έργων και από την άλλη οι μεταφράσεις έργων από όλα τα άλλα είδη λόγου. Κανονικά και λογικά δεν δικαιολογείται αυτός ο διαχωρισμός· υφίσταται όμως εν τοις πράγμασι. Τα μεν δραματικά έργα, διδασκόμενα από σκηνής, παίζονται στα θέατρα και αποφέρουν χρηματικά οφέλη, τα δε άλλα στην καλύτερη περίπτωση απλώς εκδίδονται (και ό,τι… κάτσει). Δεν θα αναφερθώ καθόλου στη νεοελληνική εκείνη μετάρθρωση του αρχαιοελληνικού λόγου που εξυπηρετούσε με φανατισμό αντίθετους γλωσσικούς σκοπούς, για να μην μιλήσω για συναφείς πολιτικές και ποικιλώνυμα συμφέροντα.
Κανείς δεν διανοείται να μεταφράσει έργα λόγου συνταγμένα, φέρ" ειπείν, στα Αγγλικά ή στα Γαλλικά, αν δεν ξέρει τις γλώσσες αυτές. Σήμερα πια το να μεταφράσεις ένα έργο από οποιαδήποτε γλώσσα μέσω Αγγλικών ή Γαλλικών στα Ελληνικά ναι μεν «δεν απαγορεύεται», αλλά συνιστά «παράδοξο». Υπάρχουν, βλέπετε, μεταφραστές που γνωρίζουν Σουηδικά, Πορτογαλικά, Πολωνικά… Συμβαίνει, άραγε, το ίδιο και με τα Αρχαία Ελληνικά;
Οχι! Εδώ το λογικώς αυτονόητο καταρρακώνεται επί δεκαετίες. Υπάρχουν πολλές μεταφράσεις που υπογράφονται από μη γνώστες της Αρχαίας Ελληνικής. Και συναντάμε είτε «επαναποδόσεις» ήδη κυκλοφορουσών μεταφράσεων (πρόκειται, δηλαδή, για μετάφραση από τα Νέα Ελληνικά στα Νέα Ελληνικά!) είτε «μεταφράσεις από μεταφράσεις αρχαιοελληνικών έργων» στα Αγγλικά ή στα Γαλλικά. Στη δεύτερη περίπτωση είναι χαρακτηριστικό ότι το κείμενο που προσφέρεται για ανάγνωση βρωμάει «μεταφρασίλα», καθώς βρίθει αγγλογαλλισμών και ακατανοήτων συνάψεων· συνήθως, μάλιστα, ο ρέκτης δεν φρόντισε να έχει ρίξει έστω και μία ματιά στο πρωτότυπο – αν το είχε κάνει, θα είχε ίσως σωθεί, γιατί πολλές φορές το αρχαιοελληνικό κείμενο συμβαίνει να είναι (και) νεοελληνικό.
Αρχαία και νέα ελληνικά
Για να μεταφράσεις από τα Αρχαία στα Νέα Ελληνικά απαιτείται να γνωρίζεις και τις δύο γλώσσες – πρόκειται, βεβαίως, για ζήτημα ουσίας και όχι για «εξυπναδούλα». Ως μεταφραστής πρέπει οπωσδήποτε να μπορείς να εντάσσεις τα Νεοελληνικά σου (: αυτά που προτίθεσαι να προτείνεις ως μεταφραστικό όχημα) στα Αρχαιοελληνικά του πρωτοτύπου. Με κανέναν τρόπο δεν μπορείς να το κάνεις, όμως, αν «δεν ξέρεις Αρχαία». Αλλά τι παναπεί «ξέρω Αρχαία»; Ιδού το κρισιμότατο ερώτημα και ιδού μερικές σκόρπιες σκέψεις ως απαντήσεις του.  Ασφαλώς και οφείλεις να γνωρίζεις την αρχαιοελληνική γραμματική και σύνταξη, αλλά όχι μόνο της αττικής διαλέκτου. Η αρχαιοελληνική γραμματεία δεν εξαντλείται στην «καθαρεύουσα» αττική διάλεκτο, που διδασκόμαστε (όσο τη διδασκόμαστε) στα θρανία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ακόμα και πατεντάτοι αττικοί συγγραφείς – ιδίως οι δραματικοί και οι λυρικοί ποιητές – αρέσκονται σε από διαλέκτου αθετήσεις και σε χρήσεις «δημοτικών» ή «επιμελώς φθαρμένων» λεκτικών τύπων. Μια ανάγνωση των τόσο δημοφιλών και στις μέρες μας κωμωδιών του Αριστοφάνη αρκεί για να αποδείξει του λόγου το αληθές.
Οι αρχαίοι συγγραφείς δεν διαφέρουν μόνο μεταξύ τους σε ό,τι αφορά τη διαχείριση του γλωσσικού πλούτου που χρησιμοποιούν, αλλά διαφοροποιήσεις παρατηρούνται και στο έργο ενός και του αυτού συγγραφέα. Ο Αισχύλος των Περσών και ο Αισχύλος της Ορέστειας απέχουν πολύ μεταξύ τους ως προς τα Ελληνικά τους. Στην περίπτωση των Περσών ο μέγας τραγωδός μιλάει σχεδόν ακατανόητα, καθώς προτείνει στο κοινό των θριαμβευτών Αθηναίων μια ελληνοφανή γλώσσα γεμάτη από δύσηχες συνάψεις λεκτικών όρων και από – μετέπειτα χαρακτηρισθείσες – «λέξεις άπαξ»: η δραματική επιστράτευση του εν λόγω ασιανισμού έχει τη λογική του να ακούγονται τα εκφερόμενα ελληνικά ως περσικά, για να εντάσσεται πλήρως στο δράμα ο θεατής. Μεταφράζεται, άραγε, τούτο στα Νέα Ελληνικά; Απάντηση: ο μεταφραστής που μπορεί να το αναγνώσει και να το αναγνωρίσει στα Αρχαία Ελληνικά μπορεί και να το επανεκφράσει στα Νέα Ελληνικά ακριβώς επειδή θα μετέχει της γνώσεώς του, θα «ξέρει».
Βλέπουμε, με άλλα λόγια, ότι το «ξέρω Αρχαία» φεύγει κατά πολύ από το στενό γραμματικοσυντακτικό πλαίσιο και πιάνει όλη την γκάμα της Γλωσσολογίας. Πέρα από τα εμφανή και ευθέα σημαίνοντα και σημαινόμενα, υπάρχουν εν αφθονία τα άδηλα και πλάγια ή λοξά αντίστοιχά τους, όπως πέραν της Σημασιολογίας (που είναι, σημειωτέον, αχανής) υπάρχουν, φέρ" ειπείν, η Πραγματολογία και η Υφολογία, με τη μεγάλη ακολουθία των μυστηρίων και των «α-νοήτων» τους, των απολεσθεισών πληροφοριών και των νεολογισμών, των λογοπαιγνίων και όλων των σχημάτων λόγου και διανοίας – των «γλωσσοπαιγνίων» σύμφωνα με τον Λουδοβίκο Βιτγκενστάιν. Ολα αυτά υπάρχουν, εντοπίζονται και μεταφράζονται από αυτόν που «ξέρει Αρχαία».
Ο τέτοιος μεταφραστής θα βλέπει το δασυνόμενο άνθρωπος στον Δημοσθένη και θα καταλαβαίνει ότι πρόκειται για σχετλιασμό, κάτι σαν «ροχάλα στα μούτρα» – όπως θα λέγαμε σήμερα – του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου Β". Θα το βλέπει, θα το κατανοεί και μεταφραστικώς θα προσαρμόζεται. Ομοίως θα προσαρμόζεται στο μετάφρασμά του ο διαχειριζόμενος τους αδιανόητους νεολογισμούς του Θουκυδίδη και τις κομψές εκφράσεις του Ξενοφώντα, που όμως αλλιώς γράφει την Κύρου ανάβασιν και αλλιώς την Κύρου παιδείαν.
Τι σημαίνει αυτό το τελευταίο; Σημαίνει τούτο το απλό: «ξέρω Αρχαία» θα πει «κατέχω την αρχαιοελληνική Γραμματολογία». Οταν ως προς το γλωσσικό ήθος – ως προς τον αριστοτέλειο τρόπον – παρατηρούνται διαφοροποιήσεις στο έργο ενός και του αυτού συγγραφέα, ευχερώς συνάγεται η banalité ότι «συγχρονία» και «διαχρονία» υπάρχει στη γλώσσα σε όλη την ιστορική διαδρομή της. Τα Ελληνικά του Αρχίλοχου δεν είναι τα Ελληνικά του  Ομήρου – και εκ της ποιητικής αιτίας άλλωστε! Ούτε τα Ελληνικά του Διονυσίου Αλικαρνασσέως είναι τα Ελληνικά του Ηροδότου. Οι αιώνες που χωρίζουν τους συγγραφείς μεταξύ τους βαραίνουν πάνω στην εκάστοτε χρησιμοποιούμενη γλώσσα. Αλλά και η ομηρίζουσα γλώσσα που επιλέγει να γράψει τα ποιήματά του ο Αγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος κουβαλάει ένα αντίστροφο βάρος 12 αιώνων – εύκολα και δικαιολογημένα θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την επιλογή του ως «υπερρεαλιστική», κατά το μεταγενέστερο παράδειγμα της συνομιλίας των ελλήνων υπερρεαλιστών με τους καθαρολόγους προγόνους τους. Και αφού το χαρακτηρίζουμε έτσι, προσαρμοζόμαστε αναλόγως στις μεταφράσεις μας
Και βεβαίως άλλα είναι τα Αρχαία Ελληνικά των φυσικών ομιλητών της Ελληνικής και άλλα εκείνων που τα έμαθαν ως lingua franca της εποχής τους. Και εκεί παρατηρείται ό,τι συμβαίνει σήμερα με τα Αγγλικά. Οι Ρωμαίοι δανείζονται ελληνικό γλωσσικό υλικό, το εντάσσουν στον λόγο τους, το ερμηνεύουν κατά τις οικείες χρήσεις τους, προβαίνουν σε αναγκαίες καταχρήσεις, και εμείς αντιδανειζόμαστε από τους δανεισθέντες τα «δικά μας» που πλέον είναι «αλλότρια». Τούτο σημαίνει ότι μεταφραστικώς τα δάνεια και τα αντιδάνεια πρέπει να περάσουν και να φιλτραρισθούν από τους ηθμούς της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και της Ερμηνευτικής προκειμένου να παραχθεί αξιοπρεπές μεταφραστικό έργο.
Ποιότης και διαφορότης
Στον πλατωνικό Θεαίτητο εισάγονται για πρώτη φορά στα ελληνικά δύο λέξεις. Η μία από αυτές είχε τέτοια χρηστική τύχη που από φιλοσοφικός όρος κατάντησε κοινολεκτούμενο σημείο, μεταφράστηκε αμέσως στα λατινικά και από εκεί σε όλες τις γλώσσες. Πρόκειται για τη λέξη ποιότης / qualitas. Η χρηστική «δημοφιλία» της τής έδωσε τόσο μεγάλο εύρος, που απώλεσε την αρχετυπική ακρίβειά της. Δυσμετάφραστη – ναι, είναι δυσμετάφραστη λέξη μέσα στο πλέγμα των θεαιτήτειων συνυφαινομένων! Η άλλη λέξη, που είχε την ακριβώς αντίθετη τύχη, είναι η διαφορότης. Τη συναντάμε μεν («μεταφρασμένη» εκτύπως») ως diversitas στον Τάκιτο, στον Κοϊντιλιανό και στον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο, αλλά εκεί δεν σημαίνει την «ποιότητα της διαφοράς», αλλά την απόκλιση, την αντίφαση, την ποικιλία και τη διαφορά.
Δεν θα το ανέφερα αυτό το τελευταίο, με κίνδυνο μάλιστα, να κουράσω τον αναγνώστη, αν η επίτευξη της διαφορότητας δεν ήταν το ζητούμενο (το desideratum) στη μετάφραση, στην κάθε μετάφραση, άρα και στη μετάφραση από τα Αρχαία Ελληνικά στα Νέα Ελληνικά. Εχω, μάλιστα, τη γνώμη ότι η «ισοδυναμία εν διαφορά» (η «equivalence in difference»), που προτείνει ο Ρομάν Γιάκομπσον ως κανόνα μελέτης και πρακτικής της μετάφρασης είναι ακριβώς η εύρεση της διαφορότητας που υφίσταται ανάμεσα στις εμπλεκόμενες στη μεταφραστική διαδικασία γλώσσες. Εννοείται ότι τούτο ισχύει και για το γλωσσικό ζεύγος Αρχαία / Νέα Ελληνικά. Αρκεί, βεβαίως, ο μεταφραστής να «ξέρει Αρχαία» και να μπορεί να τα πει στα Νέα Ελληνικά.
Ο Γιώργος Κεντρωτής είναι ποιητής, μεταφραστής και καθηγητής Θεωρίας της Μετάφρασης στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Εκτός άλλων, έχει μεταφράσει «Κρατύλο» του Πλάτωνα, «Προμηθέα δεσμώτη» του Αισχύλου (μαζί με το Νίκο Παπαδόπουλο), «Τέλειο ρήτορα» του Κικέρωνα, «Παλατινή ανθολογία», «Διάλογο περί ρητόρων» του Τάκιτου