Πριν από μερικές ημέρες προβλήθηκε στο Φεστιβάλ των Καννών ένα νοτιοκορεατικό κατασκοπευτικό θρίλερ με τίτλο «Ο κατάσκοπος που πήγε βόρεια». Το σενάριο είναι βασισμένο στις προσωπικές σημειώσεις ενός νοτιοκορεάτη κατασκόπου, του Παρκ Σουκ Γιουνγκ, που προσποιήθηκε τον επιχειρηματία προκειμένου να διεισδύσει στη Βόρεια Κορέα και να συλλέξει πληροφορίες για το πυρηνικό της πρόγραμμα. Για ακόμη μία φορά, ωστόσο, η πραγματικότητα ξεπέρασε σε αγωνία και ανατροπές την τέχνη: έπειτα από μήνες σταθερής αναθέρμανσης των σχέσεων, η Πιονγκγιάνγκ απειλεί πλέον να ακυρώσει τη σύνοδο κορυφής που έχει προγραμματιστεί για τις 12 Ιουνίου στη Σιγκαπούρη ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και τον Κιμ Γιονγκ Ουν, αν η Ουάσιγκτον επιμείνει στον «μονομερή πυρηνικό αφοπλισμό» της.  
«Αν οι ΗΠΑ προσπαθούν να μας στριμώξουν στη γωνία ώστε να επιβάλουν τον μονομερή πυρηνικό αφοπλισμό μας, τότε θα πάψει να μας ενδιαφέρει αυτός ο διάλογος» δήλωσε χθες ο υφυπουργός Εξωτερικών της Βόρειας Κορέας Κιμ Κίε Κουάν. Την ίδια απειλή είχε αφήσει λίγες ώρες νωρίτερα να αιωρείται και το βορειοκορεατικό πρακτορείο ειδήσεων KCNA, ανακοινώνοντας παράλληλα τη ματαίωση προγραμματισμένης για χθες συνάντησης ανάμεσα σε υψηλόβαθμους αξιωματούχους της Βόρειας και της Νότιας Κορέας στην αποστρατικοποιημένη ζώνη.
Το KCNA είχε επικαλεστεί ως αιτιολογία την κοινή αεροπορική άσκηση που πραγματοποιούν από την περασμένη Παρασκευή δυνάμεις της Νότιας Κορέας και των ΗΠΑ. Είχε μάλιστα στηλιτεύσει μια «εσκεμμένη στρατιωτική πρόκληση ενάντια στην ευοίωνη ατμόσφαιρα που επικρατεί στην Κορεατική Χερσόνησο» – κι ας φέρεται να είχε δηλώσει τον Μάρτιο ο ίδιος ο Κιμ Γιονγκ Ουν σε μια νοτιοκορεατική αντιπροσωπεία πως καταλαβαίνει ότι οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις αυτού του τύπου πρέπει να συνεχιστούν. Από την πλευρά του, ο βορειοκορεάτης υφυπουργός Εξωτερικών επιφύλαξε ιδιαίτερα φαρμακερά βέλη για τον Τζον Μπόλτον, τον σκληροπυρηνικό σύμβουλο εθνικής ασφάλειας του Τραμπ, ο οποίος επικαλέστηκε το «λιβυκό μοντέλο», τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο διέλυσε η Λιβύη το πυρηνικό της πρόγραμμα πριν από 15 χρόνια, για την αποπυρηνικοποίηση της Πιονγκγιάνγκ. Πρόκειται για μια «ιδιαίτερα κακοπροαίρετη προσπάθεια να υποστεί η Βόρεια Κορέα την τύχη της Λιβύης και του Ιράκ… Δεν μπορώ να συγκρατήσω την οργή μου απέναντι σε αυτή την αμερικανική πολιτική» δήλωσε.
Σύμφωνα με συγκλίνουσες πληροφορίες, οι απειλές αυτές αιφνιδίασαν τόσο τη Σεούλ όσο και την Ουάσιγκτον, πυροδοτώντας στους κόλπους της κυβέρνησης Τραμπ μια εσωτερική συζήτηση για το κατά πόσο ο Κιμ προβαίνει απλώς σε λεονταρισμούς ενόψει της συνόδου κορυφής ή αν πράγματι υψώνει ένα νέο, σοβαρό πρόσκομμα. Η αρχική δήλωση της Σάρα Σάντερς, εκπροσώπου του Λευκού Οίκου, ήταν χαρακτηριστική: «Ελπίζουμε ακόμα πως η συνάντηση θα πραγματοποιηθεί (…) αλλά ταυτόχρονα έχουμε προετοιμαστεί για σκληρές διαπραγματεύσεις» είπε. «Ο πρόεδρος είναι έτοιμος αν η συνάντηση πραγματοποιηθεί. Ειδάλλως, θα συνεχίσει την εκστρατεία της μέγιστης πίεσης» πρόσθεσε. «Θα δούμε» τι θα γίνει, δήλωσε στη συνέχεια ο ίδιος ο Τραμπ, επισημαίνοντας πως θα συνεχίσει να επιμένει στην αποπυρηνικοποίηση της Κορεατικής Χερσονήσου.
Η Βόρεια Κορέα, επισήμανε στους «New York Times» ο Κοχ Γιου Χουάν, καθηγητής Βορειοκορεατικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Ντονγκούκ της Σεούλ, είχε αρχίσει να φοβάται πως φαίνεται αδύναμη κάνοντας μονομερείς υποχωρήσεις – όπως το μορατόριουμ στις πυραυλικές δοκιμές, η απόφασή της να κλείσει τέλος του μήνα, παρουσία ξένων δημοσιογράφων, τις εγκαταστάσεις πυρηνικών δοκιμών στο Πουνγκιέ-ρι ή και η πρόσφατη απελευθέρωση τριών αμερικανών πολιτών. «Το τελευταίο πράγμα που θέλει ο Κιμ είναι να φανεί σαν να παραδίδει τα πυρηνικά του όπλα χωρίς κανένα αντάλλαγμα» τόνισε. Λίγοι αναλυτές εκτιμούν, στην πραγματικότητα, πως η Πιονγκγιάνγκ θα φτάσει στο σημείο να ακυρώσει τη σύνοδο της Σιγκαπούρης. Οι απειλές της θεωρούνται περισσότερο μια προσπάθεια να αυξηθεί το τίμημα που θα πρέπει να πληρώσει η Ουάσιγκτον. Με δύο ηγέτες, ωστόσο, τόσο απρόβλεπτους όσο ο Κιμ και ο Τραμπ, όλα είναι ανοιχτά.