Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αποσύρει τις ΗΠΑ από την πυρηνική συμφωνία του 2015 με το Ιράν δεν ήταν η πρώτη του απομάκρυνση από μια σημαντική διεθνή συμφωνία. Από τη Διατλαντική Συμφωνία Συνεργασίας έως τη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα, η διάλυση των διεθνών πλαισίων έχει γίνει ειδικότητα του Τραμπ.
Ομως, ακόμα και με τα δικά του στάνταρ, η απόσυρση από τη συμφωνία με το Ιράν είναι ακραία. Μια κίνηση που ήδη τη συγκρίνουν με την καταδικασμένη εκ των προτέρων απόπειρα του προέδρου Τζορτζ Μπους να διαφοροποιήσει τη Μέση Ανατολή μέσω πολέμων στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Ετσι και η προσέγγιση του Τραμπ για την περιοχή ενέχει τεράστια ρίσκα, κυρίως επειδή έθαψε ό,τι είχε μείνει από τη Διατλαντική Συμμαχία και βάθυνε το χάσμα μεταξύ της πολιτικής των ΗΠΑ που βασίζονται στη δύναμη και της ευρωπαϊκής έμφασης στη διπλωματία.
Η κίνηση του Τραμπ δεν αφορά μόνο τα όπλα του Ιράν. Στόχος του είναι η αλλαγή του καθεστώτος, κάτι που προφανώς πιστεύει ότι θα επιτύχει στραγγαλίζοντας τις οικονομικές και στρατηγικές πηγές της χώρας. Επαναφέροντας τις κυρώσεις, ο Τραμπ προσπαθεί να εξαναγκάσει τους Ιρανούς να ξεσηκωθούν εναντίον της κυβέρνησής τους.
Η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία έχει αφήσει το Ιράν με δύο επιλογές – καμία εκ των οποίων δεν είναι θετική. Η πρώτη είναι η αναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας με τις άλλες χώρες – Κίνα, Γαλλία, Ρωσία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία και Ευρωπαϊκή Ενωση. Ο ιρανός πρόεδρος Χασάν Ροχανί ήδη έχει υπονοήσει την πιθανότητα, αλλά η ικανότητά του να τα καταφέρει θα είναι περιορισμένη όταν εφαρμοστούν και πάλι κυρώσεις. Υπό την πίεση να επιλέξουν, οι ευρωπαϊκές εταιρείες θα μπορούσαν να θυσιάσουν τις μπίζνες με το Ιράν προκειμένου να διατηρήσουν πρόσβαση στην αμερικανική αγορά. Και καθώς η οικονομία του Ιράν θα μπει σε πολύ δύσκολη περίοδο, οι Ιρανοί θα θελήσουν να ρίξουν το φταίξιμο κάπου.
Η δεύτερη επιλογή δεν είναι καλύτερη. Οι ανανεωτές στο Ιράν θα μπορούσαν να υποχωρήσουν στην πίεση των σκληροπυρηνικών, να καταργήσουν πλήρως τη συμφωνία, να επιστρέψουν στις πυρηνικές δραστηριότητες και να επιταχύνουν το βαλλιστικό πυραυλικό σύστημα της χώρας. Αυτό θα οδηγούσε σίγουρα σε προληπτικό χτύπημα του Ισραήλ στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν – με τις ευχές των ΗΠΑ, αν όχι και τη στήριξη. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο η Τεχεράνη θα ενεργοποιούσε και πάλι τη Χεζμπολάχ εναντίον του Ισραήλ – κάτι που θα οδηγούσε σε μια γενικότερη ανάφλεξη στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένων των Σαουδαράβων και των άλλων σουνιτικών δυνάμεων.
Η ειρωνεία είναι ότι το Ιράν είχε προτείνει ένα «μεγάλο παζάρι» στην κυβέρνηση Μπους τον Μάιο του 2003. Ο Μπους αρνήθηκε την προσφορά και ορκίστηκε να μην ξαναμιλήσει με κάποιο μέλος του «άξονα του κακού» στον οποίο περιλάμβανε και τη Βόρεια Κορέα. Με τη στάση αυτή, η κυβέρνηση Μπους είχε αποκλείσει κάθε πιθανότητα λύσης με το Ιράν. Σήμερα, καθώς ο Τραμπ υιοθετεί τις ίδιες τακτικές, είναι δύσκολο να φανταστούμε κάποια διαφορετική εξέλιξη των γεγονότων.
Ο Σλόμο Μπεν-Αμί είναι πρώην υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ και συγγραφέας του βιβλίου «Ουλές πολέμου, πληγές ειρήνης: Η αραβοϊσραηλινή τραγωδία».