Ο Σπάικ Λι είχε πει κάποτε ότι πολύ θα ήθελε να σπάσει το κεφάλι του Βιμ Βέντερς με ένα ρόπαλο του μπέιζμπολ. Ο λόγος; Ο Γερμανός Βέντερς ήταν πρόεδρος της κριτικής επιτροπής στις Κάννες, όταν ίσως η καλύτερη και σίγουρα η γνωστότερη ταινία του μαύρου Λι, το «Κάνε το σωστό», διαγωνιζόταν. Ομως ο Βέντερς επέλεξε να βραβεύσει με τον Χρυσό Φοίνικα τον νεαρό – τότε – Στίβεν Σόντερμπεργκ που με την ταινία του «Σεξ, ψέματα και βιντεοταινίες» έμελλε να ορίσει τον χώρο του αμερικανικού ανεξάρτητου κινηματογράφου που γεννιόταν στη δεκαετία του 1990. Ολα αυτά έγιναν το 1989. Και να που σήμερα, 29 χρόνια αργότερα, ο Σπάικ Λι και ο Βιμ Βέντερς βρίσκονται και πάλι «παρέα» στις Κάννες, ο μεν πρώτος εντός διαγωνισμού με την ταινία «BlacKKKlansman», ο δε Βέντερς εκτός συναγωνισμού με ένα ακόμα ντοκιμαντέρ, το «Pope Francis – A man of his word» (ας σημειωθεί ότι ο Λι έχει πάρει κάποια βραβεία, αλλά ποτέ μεγάλο στις Κάννες, ενώ ο Βέντερς έχει ήδη έναν Χρυσό Φοίνικα για το «Παρίσι, Τέξας»).
Θα είχε ενδιαφέρον να βλέπαμε τι θα γινόταν αν οι δυο τους συναντιόντουσαν πρόσωπο με πρόσωπο. Ο Βέντερς είχε δηλώσει συγκλονισμένος από τη δήλωση του Λι, αλλά μετά έλεγε ότι την αντιμετώπιζε σαν αστείο. Ο Λι έχεις την αίσθηση ότι και σήμερα μάλλον τα ίδια θα έλεγε. Βέβαια, δεν έχουν αλλάξει και πολύ. Ο Σπάικ Λι παραμένει, ως σκηνοθέτης αλλά και ως αμερικανός πολίτης, ένας φλογερά οργισμένος, αντιπαθής ρατσιστής απέναντι στους λευκούς, ο οποίος είναι αδύνατον να δεχθεί μια απλή, φυσιολογική ερώτηση από λευκό χωρίς να προβάλει πάνω της κάτι συνωμοσιακό εναντίον των μαύρων. Από την πλευρά του, ο Βέντερς εξακολουθεί να είναι αυτός ο ήπιος, θεόρατος Γερμανός, με τα μεγάλα κοκάλινα γυαλιά, το μακρύ μαλλί και το εκκεντρικό ντύσιμο, ο οποίος δεν εκθέτει ποτέ τον εαυτό του, σκέφτεται πολύ πριν ανοίξει το στόμα του και που ως κινηματογραφιστής είναι πάντα σαφής σε αυτό που θέλει να πει.
Παραδόξως, αυτό που ο Βέντερς δεν έχει τόσο έντονο σε σχέση με τον Λι είναι το χιούμορ. Διότι το χιούμορ είναι το κυρίαρχο στοιχείο στο «BlacKKKlansman», την ιστορία ενός μαύρου αστυνομικού από το Κολοράντο (Tζον Ντέιβιντ Γουόσινγκτον), ο οποίος κατάφερε να εισχωρήσει στην Ku Klux Klan και να γίνει επικεφαλής ενός τοπικού παραρτήματός της. Ο Λι χειρίζεται με το γνωστό πάθος του αλλά και μια νότα διαβρωτικού χιούμορ ένα θέμα που γνωρίζει πολύ καλά. Και φυσικά, την ίδια ώρα προκαλεί με τον επίσης γνωστό, αλαζονικά ενοχλητικό τρόπο.
Από την πλευρά του ο Βέντερς, που δούλεψε το σενάριο με τον Ντέιβιντ Ρόζιερ, έπλασε με τον ορθολογισμό που τον διακρίνει ως ντοκιμαντερίστα («Buena Vista Social Club», «Pina») ένα στρωτό, καλογυαλισμένο πορτρέτο του Πάπα Φραγκίσκου σε μια προσπάθεια να εισχωρήσει στο μυαλό του ηγέτη της Καθολικής Εκκλησίας και να το σκανάρει μέσα από ερωτήσεις. Ο Βέντερς επιδίωξε να δείξει τι σκέφτεται ο Πάπας (ή τι λέει ότι σκέφτεται) για τις σημερινές απειλές του πλανήτη, είτε αυτές λέγονται Μεταναστευτικό («δεν λύνεις το πρόβλημα χτίζοντας τοίχους») είτε οικονομική κρίση. Και τα κατάφερε.