Καμένα πτώματα παιδιών έξω από την εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους, τη μητρόπολη του Αϊδινίου. Τραυματίες που χαμογελούν πλάι στη Μάννα του Στρατιώτου, την πλέον παρασημοφορημένη γυναίκα της Ελλάδας, τη νοσοκόμα Αννα Παπαδοπούλου – αδελφή του Παύλου Μελά. Γυναίκες που προσπαθούν να σβήσουν τη φωτιά στο Αφιόν Καραχισάρ με τη στάμνα τους. Οπλα μεγάλου διαμετρήματος που τα σέρνουν βουβάλια. Γέφυρες καμωμένες από βάρκες και κατεστραμμένοι σιδηροδρομικοί σταθμοί. Τούρκοι αιχμάλωτοι που ανακρίνονται για να αποκαλύψουν τις επόμενες κινήσεις του Κεμάλ Ατατούρκ και λιποτάκτες που σκαρφαλώνουν με τους πιο απίθανους τρόπους στα πλοία για να διαφύγουν. Και κάπου εκεί ανάμεσα σε τούτες τις εικόνες που μυρίζουν μπαρούτι προβάλλει η λαξευμένη στον βράχο εκκλησία του Σουκμέν. Μια παρέα στρατιωτών που θυμίζουν ηλιακά ρολόγια όπως είναι καθισμένοι κάτω από ένα δέντρο και μετακινούν τα πόδια τους μηχανικά ακολουθώντας τη σκιά. Εκκλησίες και βουβά καμπαναριά, τζαμιά, μιναρέδες και παζάρια.
Τρία χρόνια και μια διαδρομή από τις Ελευθερές της Καβάλας ώς το Αφιόν Καραχισάρ, τη Σμύρνη και την Κομοτηνή, που χώρεσαν σε έξι πανόδετα χειροποίητα φωτογραφικά άλμπουμ. Ενα άγνωστο αρχείο της Μικρασιατικής Καταστροφής που είχε μείνει στη σκιά για σχεδόν έναν αιώνα. Δημιουργός του ένας πολύγλωσσος (ιταλικά, γερμανικά και γαλλικά) τοπογράφος μηχανικός από την Κρήτη και ερασιτέχνης φωτογράφος, που κατατάχθηκε ως έφεδρος στη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού το 1919: ο Δημοσθένης Κυρμιζάκις. Αρχείο το οποίο πλέον χώρεσε στις 320 σελίδες ενός λευκώματος υπό τον τίτλο «Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922, φωτογραφικό οδοιπορικό, ιστορίες αληθινές σαν ψεύτικες» (εκδ. Κουκκίδα), που περιλαμβάνει το υλικό και από τα έξι άλμπουμ χωρίς καμία παρέμβαση στις 926 φωτογραφίες (τυπωμένες σε διαστάσεις 5,5×7,5 εκ.), στις χειρόγραφες λεζάντες με τις παρατηρήσεις, τις αναμνήσεις ή ακόμη και τους στίχους ποιητών, και στον σχεδιασμό κάθε σελίδας με διαφορετική διάταξη και με ένα έως πέντε καρέ που ο Δημοσθένης Κυρμιζάκις είχε επιλέξει.
«Το έργο αυτό εκπλήσσει τόσο ως προς την περιγραφική ικανότητα του φωτογράφου όσο και ως προς τη φωτογραφική του δεινότητα, η οποία είναι άξια βαθύτερης συγκριτικής μελέτης» σημειώνει η δρ ιστορικός φωτογραφίας Νίνα Κασσιανού, η οποία υπογράφει ένα από τα κείμενα τεκμηρίωσης του λευκώματος, όπως επίσης ο ιστορικός, καθηγητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Γιώργος Μαργαρίτης και η επιμελήτρια της έκδοσης Βάντα Ιωαννίδου, η οποία μάλιστα συνδέεται με το αρχείο Κυρμιζάκι, καθώς αποτελεί οικογενειακό της κειμήλιο, αφού ο ερασιτέχνης φωτογράφος ήταν αδελφός της γιαγιάς της.
«Η δημοσίευση του φωτογραφικού υλικού του Δημοσθένη Κυρμιζάκι έρχεται να συμπληρώσει ένα κενό στον χώρο της πολεμικής φωτογραφίας που έχει ήδη προσδιοριστεί από επαγγελματίες φωτορεπόρτερ, ερασιτέχνες φωτογράφους, εθελοντές στρατιώτες και αξιωματούχους, για τους οποίους η φωτογραφική μηχανή αποτελούσε αναπόσπαστο συμπλήρωμα του εξοπλισμού τους» συνεχίζει η Νίνα Κασσιανού.
ΤΑΞΙΔIΑ ΜΕ ΜΗΧΑΝΗ BMW. Με μια Balda μοντέλο Juwella του 1931 ο γόνος εύπορης οικογένειας των Χανίων που αγαπούσε τα ταξίδια με την BMW μηχανή του είχε δημιουργήσει δέκα λευκώματα με αστικά τοπία και εικόνες εξοχής από την Κρήτη και την Κομοτηνή, το Ναύπλιο και τη Σμύρνη, την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη, από το Αγιον Ορος, αλλά και με ελληνικές αρχαιότητες φωτογραφισμένες από ένα υδροπλάνο που σε καιρό ειρήνης απογειωνόταν από τον Φλοίσβο στο Παλαιό Φάληρο, με σκοπό να χαρτογραφηθεί η Ελλάδα ώστε να δημιουργηθεί κτηματολόγιο. Κι αν επιπλέον των συνολικά 16 λευκωμάτων του έχουν βρεθεί και πολλές ομαδοποιημένες φωτογραφίες εκτός άλμπουμ, απεικονίσεις του ίδιου του αστού ευπατρίδη δεν εντοπίστηκαν στο προσεκτικά τακτοποιημένο αρχείο του, με εξαίρεση ελάχιστες από την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας.
Από τους πρώτους ερασιτέχνες φωτογράφους που έφτασαν στη Σμύρνη (2 Μαΐου 1919) μαζί με το 5ο Σύνταγμα Πεζικού, όταν κανένας πολεμικός ανταποκριτής, εντεταλμένος φωτογράφος ή ζωγράφος δεν βρισκόταν ανάμεσά τους, επέλεξε να συνθέσει ένα προσωπικό φωτογραφικό ημερολόγιο, στις σελίδες του οποίου υπάρχει χώρος τόσο για όσα συνέβαιναν στο στράτευμα – από την πρωινή γυμναστική, τον καθαρισμό των όπλων και τις ασκήσεις μάχης ώς τις στιγμές ανάπαυλας με τα εμβατήρια, τα παιχνίδια, τις λειτουργίες, τα μνημόσυνα πεσόντων και τις θεατρικές παραστάσεις – όσο και για τις φρικαλεότητες και τις δραματικές σκηνές (με καταγραφή εικόνων ακόμη και στα υπαίθρια χειρουργεία, τη στιγμή που οι λιποτάκτες μπαρκάρουν με κάθε τρόπο για να επιστρέψουν στην Ελλάδα, αλλά και πολίτες που περίμεναν με αγωνία στην αποβάθρα της Σμύρνης ένα πλοίο για να σωθούν, ενώ πίσω τους η πόλη έχει παραδοθεί στις φλόγες). Χωρίς να λείπουν τα τοπία και οι αρχαιότητες καθώς και η προσοχή σε λεπτομέρειες που αφορούν τη λαογραφία και την αρχιτεκτονική και αναδεικνύουν την καλλιέργεια, την ευαισθησία, αλλά και το χιούμορ του, το οποίο καταγράφεται συστηματικά στις λεζάντες που συνθέτει ο ίδιος.
ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΚΑΙ ΟΡΦΑΝΑ. Λίγο πριν ολοκληρωθεί το ιδιαίτερο αυτό ταξίδι που φωτίζει δύσκολες στιγμές της Ιστορίας μέσα από μια ανθρωποκεντρική κυρίως προσέγγιση, ο Δημοσθένης Κυρμιζάκις προσέθεσε τα τελευταία καρέ στα άλμπουμ του, τα οποία οργάνωσε όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, και συγκεκριμένα στην Κομοτηνή, όπου άρχισε να τυπώνει τις φωτογραφίες του τον Αύγουστο του 1923. Είναι εικόνες από την επιστροφή των αιχμαλώτων, των ακρωτηριασμένων στρατιωτών, των ορφανών προσφυγόπουλων. Και εκείνη μιας ανδρικής φιγούρας που χαιρετά με το καπέλο του στον αέρα σε κάποια προκυμαία γράφοντας συμβολικά τον επίλογο αυτής της τραγωδίας.
Ο Δημοσθένης Κυρμιζάκις, ο οποίος αποστρατεύτηκε το 1937 με τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη, ενώ είχε στα χέρια του φύλλο πορείας για το μέτωπο της Αλβανίας, δεν πρόλαβε να ταξιδέψει από τα Χανιά προς τον Πειραιά για να παρουσιαστεί. Την παραμονή της αναχώρησής του, κατά τη διάρκεια του αποχαιρετιστήριου δείπνου, μια βόμβα ιταλικού αεροσκάφους ισοπέδωσε το σπίτι όπου βρισκόταν, και εκείνος βρέθηκε την επόμενη μέρα καταπλακωμένος από τα συντρίμμια της ταράτσας. Ηταν 48 ετών.