Η Ελλάδα είπε «όχι» στο CERN για παραχώρηση τεχνογνωσίας και εγκατάσταση στην χώρα μας καινοτόμου Μονάδας Ακτινοβολίας Καρκινικών Ογκων, δηλώνοντας απλώς παρατηρητής!

Ετσι, Αλβανία, Βουλγαρία, Ρουμανία, ακόμη και το Μαυροβούνιο, διεκδικούν την εγκατάσταση της μονάδας στο έδαφός τους.

Οποια χώρα αναλάβει την επένδυση, κόστους 100 εκατομμυρίων ευρώ, έχει κατ’ αποκλειστικότητα τη χρήση και εφαρμογή της για το σύνολο των κρατών της Βαλκανικής Χερσονήσου, της Βόρειας Αφρικής, και πιθανότατα της Τουρκίας.

«Απόσβεση σε πέντε έως έξι χρόνια»

Οπως δήλωσε στον skai.gr, ο Ευάγγελος Γαζής, καθηγητής Σωματιδιακής Φυσικής του Μετσόβειου Πολυτεχνείου και μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής του CERN, η Ελλάδα αρνήθηκε να διεκδικήσει την απόκτηση της τεχνογνωσίας παρά το γεγονός ότι η απόσβεση των 100 εκατομμυρίων ευρώ θα μπορούσε να γίνει εντός πέντε έως έξι ετών, σύμφωνα με το σχέδιο επιχειρηματικότητας που έχουν εκπονήσει το ΕΚΕΦΕ Δημόκριτος, το ΕΜΠ και η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Σύμφωνα με τον καθηγητή, τον Οκτώβριο του 2017 δημιουργήθηκε στο CERN κίνηση συνεργασίας βαλκανικών κρατών με την επωνυμία «South Eastern Europe», προκειμένου να ενισχυθούν οι βαλκανικές χώρες σε θέματα υψηλής τεχνολογίας.

Η Ελλάδα εκπροσωπήθηκε σ’ αυτή την κίνηση συνεργασίας από τη Γενική Γραμματεία Ερευνας και Τεχνολογίας που δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να γίνει μέλος της και παραμένει παρατηρητής! Γενική Γραμματέας της ΓΓΕΤ είναι η Ματρώνα Κυπριανίδου, με εποπτεύοντα τον αναπληρωτή υπουργό Παιδείας Κώστα Φωτάκη.

Τι είναι αυτή η επένδυση

Πρόκειται για καινοτόμο σύστημα ακτινοβολίας κατά των καρκινικών όγκων με δέσμη πρωτονίων, που έχει εξαιρετικά αποτελέσματα σε πρωτογενείς καρκίνους, αφού «χτυπά» τον όγκο «στην καρδιά του», καταστρέφοντάς τον ολοσχερώς, ενώ αφήνει άθικτα τα υγιή κύτταρα γύρω απ’ αυτόν.

Στο CERN, επισημαίνει ο καθηγητής του ΕΜΠ, πέραν των διάφορων προγραμμάτων βασικής έρευνας στην πυρηνική και σωματιδιακή φυσική, έχουν αναπτυχθεί, και συνεχώς αναπτύσσονται, καινοτόμες εφαρμογές στην Ιατρική για τη διάγνωση και καταπολέμηση του καρκίνου.

Και τέτοια υποδομή είναι αυτή που αρνήθηκε η χώρα μας (ιδρυτικό μέλος του CERN, από το 1954), μ’ αποτέλεσμα να τη διεκδικούν σήμερα κράτη που δεν είναι καν αναπληρωματικά μέλη του Οργανισμού CERN, ούτε έχουν το επιστημονικό και τεχνολογικό δυναμικό ώστε να στελεχώσουν και να συντηρήσουν τεχνολογικά και επιστημονικά τέτοιες υποδομές.

Υποδομές που λειτουργούν εδώ και χρόνια σε Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ελβετία, Ισπανία, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Νορβηγία, Σουηδία, Πολωνία, ΗΠΑ, Καναδά, Νότια Κορέα, Ιαπωνία ή βρίσκονται υπό αγορά (ή κατασκευή) σε Ολλανδία, Ουγγαρία, Τσεχία, Σλοβακία κ.α.

Τι λέει η ΓΓΕΤ

«Η Ελλάδα δεν έχει απορρίψει πρόταση του CERN για τη δημιουργία Κέντρου Πρωτονικής Θεραπείας για καρκινοπαθείς στην Ελλάδα, ούτε υπάρχει κάποια σχετική μελέτη από ΑΕΙ ή ερευνητικά κέντρα της χώρας μας για τη δημιουργία μιας τέτοιας εγκατάστασης στη χώρα μας».
Αυτό αναφέρει σε ανακοίνωσή της η Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ), που κάνει λόγο για «δημοσιεύματα τα οποία δυστυχώς ξεκίνησαν από κακώς πληροφορημένους επιστήμονες, οι οποίοι με ανυπόστατους ισχυρισμούς ομιλούν για απόρριψη εκ μέρους της Πολιτείας» και για «επώνυμους επιστήμονες που ομιλούν δημοσίως από ό,τι φαίνεται αποκλειστικά για προσωπικές τους στρατηγικές».

 Η ΓΓΕΤ διευκρινίζει ότι η συζήτηση αφορά στη δημιουργία ενός επιταχυντή και υποδομών για τη χρήση δέσμης πρωτονίων και άλλων θετικώς φορτισμένων σωματιδίων στα Δυτικά Βαλκάνια, με σκοπό τη θεραπεία καρκινικών όγκων και με βάση τεχνογνωσία του CERN στους επιταχυντές.
Η πρωτοβουλία, που ξεκίνησε πέρυσι από την κυβέρνηση του Μαυροβουνίου, περιλαμβάνει την ίδρυση Διεθνούς Ινστιτούτου Νοτιοανατολικής Ευρώπης για Βιώσιμες Τεχνολογίες («South East European International Institute for Sustainable Technologies»-SEEIIST) με αυτό το αντικείμενο. Στην πρωτοβουλία του Μαυροβουνίου συμμετέχουν Αλβανία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Βουλγαρία, ΠΓΔΜ, Σερβία και Σλοβενία.

Όπως επισημαίνει η ΓΓΕΤ «τη στιγμή αυτή, υπάρχει ως δεδομένο μόνο δήλωση προθέσεων εκ μέρους των ανωτέρω χωρών, ενώ δεν υπάρχουν ακόμη συγκεκριμένα στοιχεία για την προτεινόμενη νομική μορφή, την έδρα, τη χρηματοδότηση ή τη διαδικασία σύστασης του εν λόγω ινστιτούτου. Επίσης, δεν υπάρχουν ούτε οι αναγκαίες μελέτες σκοπιμότητας και βιωσιμότητας, με δεδομένο το υψηλό κόστος μιας τέτοιας εγκατάστασης και της μετέπειτα λειτουργίας.
Η συνολική επένδυση εκτιμάται στα 140-170 εκατ. ευρώ».
Η ΓΓΕΤ υπογραμμίζει ότι το εγχείρημα ευρίσκεται ακόμα σε προπαρασκευαστικό στάδιο, κατά το οποίο γίνονται ενέργειες κυρίως εκ μέρους του Μαυροβουνίου και της Βουλγαρίας, καθώς και συναντήσεις εμπειρογνωμόνων, στις οποίες μετέχει και το CERN. Επίσης, γίνονται ενέργειες για την εξεύρεση πόρων από την ΕΕ, ενδεχομένως μέσω ερευνητικών κονδυλίων από τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία που είναι διαθέσιμα για τις χώρες των δυτικών Βαλκανίων, αλλά μέχρι στιγμής δεν υπάρχει καμία διασφάλιση των απαιτούμενων πόρων.

Το υπουργείο Παιδείας και η Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) παρακολουθούν το εγχείρημα από την αρχή, στο πλαίσιο της καλής γειτονίας και της ενίσχυσης της περιφερειακής συνεργασίας σε θέματα έρευνας και τεχνολογίας, σε συνεργασία με τους εθνικούς εκπροσώπους στο CERN, την ερευνητική κοινότητα και το υπουργείο Εξωτερικών, συμμετέχοντας σε όλες τις περιφερειακές συναντήσεις.
Η ΓΓΕΤ τονίζει ότι, όσον αφορά την ακτινοθεραπεία πρωτονίων «είναι μια υψηλού κόστους μέθοδος ακτινοβόλησης καρκινικών όγκων με πρωτόνια, που εφαρμόζεται στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων τύπων καρκίνου. Η αποτελεσματικότητα της μεθόδου σε άλλους τύπους καρκίνου ευρίσκεται υπό συζήτηση».

Ανασταλτικό παράγοντα στην ευρεία χρήση της εν λόγω θεραπείας αποτελούν οι υψηλές τεχνικές και οικονομικές απαιτήσεις σε υποδομές και εγκαταστάσεις, τόσο κατά τη κατασκευή τους, όσο και κατά τη λειτουργία, καθώς τα λειτουργικά έξοδα υπολογίζονται σε περίπου ένα εκατ. ευρώ ετησίως. Για τους λόγους αυτούς, κατά τη ΓΓΕΤ, υπάρχει διεθνώς έντονη κινητικότητα στην επιστημονική και επιχειρηματική κοινότητα για την αντικατάσταση της θεραπείας αυτής με άλλες μεθόδους