Πριν από όχι και τόσες δεκαετίες, ο Κώστας Ταχτσής, σπουδαίος συγγραφέας και εκδιδόμενος τραβεστί, καυτηρίαζε όσους πρωτοπόρους μάχονταν για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Η ροπή προς το ίδιο φύλο – υποστήριζε παθιασμένα – αποτελεί στάση εξ ορισμού ανατρεπτική, εχθρική προς το τρίπτυχο «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια», απειλητική για τους νομοταγείς πολίτες. Το ημίφως, το κυνηγητό, το παιχνίδι των ρόλων και των μεταμφιέσεων όχι απλώς δεν αποτελούν άχθος για τους «ανδρείους της ηδονής» αλλά εντείνουν αντιθέτως το πάθος τους. Ουαί και αλίμονο εάν καταντούσαν συμβατικοί σαν τους ετεροφυλόφιλους, οι οποίοι παντρεύονται από συνοικέσια ή από έρωτες που – όπως όλοι οι έρωτες – έχουν ημερομηνία λήξης και για το υπόλοιπο του βίου τους αργοσαπίζουν μέσα στην ασφάλεια των σπιτιών τους, νερουλιάζουν στα καλοστρωμένα τους κρεβάτια…
Την ίδια πάνω-κάτω στάση είχε και ο Παζολίνι ενώ ο Κ.Π. Καβάφης το εξέφραζε σε ένα σημείωμά του αποφθεγματικά: «Δεν ξεύρω αν η διαστροφή δίδει δύναμιν. Κάποτε το νομίζω. Αλλά είναι βέβαιον ότι είναι η πηγή μεγαλείου».
Και μόνο η χρήση της λέξης «διαστροφή» για την ομοφυλοφιλία θα προξενούσε φρίκη στα χρόνια της πολιτικής ορθότητας. Για αυτούς που σήμερα ανήκουν στις κοινωνικές μειονότητες, χειραφέτηση σημαίνει να μην αντιμετωπίζονται από καμία απολύτως άποψη σαν διαφορετικοί από τους συμπολίτες τους και από την πολιτεία. Να συμμετέχουν επί ίσοις όροις παντού. Να δηλώνουν – και να διαδηλώνουν – την ταυτότητά τους, να προσκαλούνται μαζί με τα ταίρια τους σε οικογενειακά ή σε επίσημα γεύματα, να φιλιούνται μπροστά στη γιαγιά τους ή μπροστά στις κάμερες.
Ο Ταχτσής θα κάγχαζε. «Νομίζετε ότι απελευθερωθήκατε!» θα τους έλεγε. «Η κοινωνία, στην πραγματικότητα, σας κατάντησε σαν τα μούτρα της! Βουλιάξτε τώρα στη ρουτίνα του νοικοκυριού, των πληκτικών συζητήσεων με τον σύντροφο και με τη συντροφιά σας για το τι καιρό θα κάνει αύριο, πόσο ήρθε ο λογαριασμός της ΔΕΗ και εάν ο τάδε ή ο δείνα πολιτικός σάς εκπροσωπεί καλύτερα… Από τη στιγμή που γίνατε «κανονικοί», χάσατε όλη την υπόγεια μαγεία σας. Κυριούλες είστε πλέον και κυριούληδες…».
Ο Ταχτσής είχε άδικο. Για την ακρίβεια έκρινε εξ ιδίων τα αλλότρια. Η παραβατική, μυθοποιημένη ζωή του ίδιου και αρκετών άλλων ομοφυλόφιλων καλλιτεχνών πιότερο σχετιζόταν με τον ψυχισμό τους παρά με την ερωτική τους επιλογή. Το να πορεύεσαι «έξω νου και νόμου», το να είσαι «όπου γης και πατρίς» προϋποθέτει ίσως έντονη λίμπιντο, δεν εκπορεύεται ωστόσο από έναν συγκεκριμένο σεξουαλικό προσανατολισμό.
Οι ετεροφυλόφιλοι πράγματι – κατά την εποχή της απόλυτης πατριαρχίας – πιάνονταν ευκολότερα στη φάκα ενός γάμου συμφέροντος δελεασμένοι και από το τυράκι της προίκας. Αλλά και πόσοι «σαν τον ίδιον καμωμένοι» δεν φίμωναν τη φύση τους για να ντυθούν γαμπροί και νύφες και αναζητούσαν έπειτα, με χίλια ψέματα και προφυλάξεις, την απόλαυση που τους ταίριαζε; Πόσοι παντρεμένοι κύριοι δεν σύχναζαν – δεν συχνάζουν ακόμα – εν κρυπτώ στα γκέι κλαμπ; Εκείνη, η διπλή ζωή, αποτελεί την αληθινή διαστροφή.
Υπάρχουν – ποιος μπορεί να το αρνηθεί; – ομοφυλόφιλοι άνδρες και γυναίκες που απολαμβάνουν και τιμούν τη θαλπωρή των μακρόπνοων σχέσεων. Που ολοκληρώνονται δίπλα στο ταίρι τους. Που μπορούν να γίνουν εξαιρετικοί γονείς. Οπως και ετεροφυλόφιλοι που η μονιμότητα και η «νομιμότητα» τους πνίγουν, οι οποίοι διαρκώς ξενοκοιτάνε, ζαχαρώνουν αλλού… «Δεν κάνω εγώ για γάμο και για σπίτι» διεκήρυσσε ο Τσιτσάνης – τι κι αν μικροπαντρεύτηκε;
Χρέος του νόμου είναι να προσφέρει στον κάθε πολίτη τις προϋποθέσεις για να ανθήσει, για να ολοκληρωθεί ως προσωπικότητα, διαφυλάσσοντας παράλληλα την κοινωνική ειρήνη. Στους καιρούς που έρχονται, η κυριαρχία του ψηφιακού εις βάρος του απτού κόσμου ευνοεί εξ αντικειμένου τη μοναξιά. Σώματα ζευγαρώνουν πιο συχνά με οθόνες υπολογιστών παρά με άλλα σώματα. Αλίμονο εάν ο νομοθέτης στέκεται εμπόδιο στο σμίξιμο των ανθρώπων, στον έρωτα, στη χαρά της οικογένειας όπως την αντιλαμβάνεται ο καθείς!
«Καληνύχτα σας» είπαν – ταυτόχρονα σχεδόν – οι δύο θαλεροί εβδομηντάρηδες της παρέας και σηκώθηκαν από το τραπέζι. Είχαμε πιει και είχαμε φάει τον αγλέορα σ" εκείνη την ταβέρνα στα Πετράλωνα. Κόντευε πια μεσάνυχτα. «Πάμε για ύπνο. Μόνοι μας…» αυτοσαρκάστηκαν με μόλις κρυμμένο καημό, χήρος ο ένας, γεροντοπαλίκαρο ο άλλος. «Μακάρι να κοιμόντουσαν αγκαλιά. Να ζεσταινόταν η ψυχή του ενός με την ανάσα του άλλου…» δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ.