Θυμάμαι ιστορίες από την ιδιαίτερη πατρίδα του πατέρα μου, την Πάρο. Ενα νησί που, λόγω του περίφημου παριανού μαρμάρου, είχε κατά την αρχαιότητα πολλά μνημεία και ναούς. Σε προηγούμενες δεκαετίες, πριν το νησί ανοικοδομηθεί με τους φρενήρεις ρυθμούς των τελευταίων 20 – 25 ετών, ακούγαμε κάπου κάπου για τον τάδε που, ενώ έσκαβε το χωράφι του, «σκάλωσε» σε ένα απομεινάρι αρχαίου αγάλματος, ξέθαψε μία επιτύμβια πλάκα, έβγαλε στην επιφάνεια ένα αγγείο. Οι απλοϊκοί νησιώτες εκείνης της εποχής δεν είχαν ιδέα τι ήταν η αρχαιολογική υπηρεσία ή ότι έπρεπε να δηλώσουν αυτά που βρήκαν. Με αποτέλεσμα να μπλέκουν σε περιπέτειες. Οπως εκείνος ο συγχωριανός μας που πέρασε με ασβέστη το κεφάλι ενός αγάλματος για να αστράψει και το εντοίχισε καμαρωτός στην είσοδο του σπιτιού του. Εξάλλου γύρω από τον κούρο που βρήκε σκάβοντας στο χωράφι του στην Ανάβυσσο ο Φώτης Γλάρος, πρόσφυγας από την Παλαιά Φώκαια της Μικράς Ασίας, ξετυλίγεται και η αφήγηση του Ηλία Βενέζη στη «Γαλήνη» του.
Παρόμοιες ιστορίες έχω ακούσει και από φίλους με καταγωγή από περιοχές όπως η Ελευσίνα, η Κόρινθος, η Επίδαυρος. Σε τόπους δηλαδή όπου τα θραύσματα της Ιστορίας κείτονται κάτω από τα πόδια μας, σαν να «ακούν» τα βήματά μας, περιμένοντας τη συνωμοσία του τυχαίου για να έρθουν στην επιφάνεια και να αρχίσουν να μετράνε μια δεύτερη «ζωή» σε αγαστή συνύπαρξη με το τώρα. Είναι γνωστή άλλωστε η ιστορία σχετικά με το μικρό θέατρο της Επιδαύρου που ήρθε στο φως τη δεκαετία του 1990 χάρη και στις ενέργειες  του Χρήστου Λαμπράκη. Το θέατρο βρισκόταν «κάτω» από την αυλή ενός σπιτιού. Στην οποία αυλή ζούσε και ένας γερογαϊδαράκος. Ο αστικός μύθος λέει ότι όταν μετέφεραν τον γάιδαρο προκειμένου να αρχίσουν οι εργασίες, εκείνος μελαγχόλησε γιατί τον απομάκρυναν από το «σπίτι» του και ούτε έτρωγε ούτε έπινε. Και έτσι, περίμεναν να αποδημήσει προκειμένου να συνεχιστούν οι ανασκαφές.