Οι περισσότεροι έχουν συνδέσει τον ιό των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV) με τα κονδυλώματα που εμφανίζονται στην περιοχή των γεννητικών οργάνων. Στην πραγματικότητα, όμως, τα διάφορα στελέχη του μπορεί να προσβάλλουν και άλλες περιοχές του σώματος, μεταξύ των οποίων το στόμα και τον λαιμό.
Μέχρι σήμερα και έπειτα από 40 χρόνια έρευνας έχουν ταυτοποιηθεί πάνω από 140 γενότυποι των HPV. Εντούτοις, ενδιαφέρον παθογενετικό για τον άνθρωπο παρουσιάζουν περίπου 40 τύποι. Ταξινομούνται σε βλεννογόνιους και δερματικούς, ανάλογα με τον στόχο προβολής, και σε υψηλού κινδύνου (16, 18, 31, 33, 35) και χαμηλού κινδύνου (1-6, 7, 11, 13, 32), ανάλογα με τη βλάβη που προκαλούν.
Πρόσφατα ερευνητικά δεδομένα έχουν ταυτοποιήσει περίπου 15 τύπους στην ομάδα υψηλού κινδύνου, 12 τύπους στην ομάδα χαμηλού κινδύνου και τρεις με πιθανή συμμετοχή στην ομάδα υψηλού κινδύνου.
Υπό τα δεδομένα αυτά, «ο στοματολόγος και ο οδοντίατρος πρέπει να είναι ενήμεροι για όλο το φάσμα των νόσων που προκαλούν οι ιοί αυτοί στο βλεννογόνο του στόματος καθώς και την πιθανή συμμετοχή τους στην εκδήλωση καρκίνου του στόματος» σημειώνει ο Γιώργος Χ. Λάσκαρης, αναπληρωτής καθηγητής Στοματολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και επισκέπτης καθηγητής Πανεπιστημίου Λονδίνου.
Και προσθέτει ότι «η μετάδοση στο στόμα των ιών αυτών με στοματογεννητική επαφή αυξάνει τον κίνδυνο μόλυνσης, με αποτέλεσμα ως υπεύθυνοι της υγείας του στόματος να γινόμαστε αποδέκτες πολλών ερωτήσεων από φοβισμένους ασθενείς, πολλοί από τους οποίους βρίσκονται σε κατάσταση πανικού, για τους κινδύνους που διατρέχουν και τα μέτρα που πρέπει να λάβουν».
Για την Ιστορία, η συμμετοχή των ιών αυτών στην καρκινογένεση του στόματος έχει μπει στο ερευνητικό στόχαστρο από το 1983 με πρωτεργάτρια τη Stina Syrjänen και την ερευνητική της ομάδα στο Turku της Φινλανδίας.
Σύμφωνα με τον Λάσκαρη, προϋπόθεση για μετάδοση των ιών HPV είναι η διάσπαση του επιθηλιακού ή επιδερμιδικού φραγμού, έπειτα από τραυματισμό, που επιτρέπει την είσοδο του ιού στα κύτταρα της βασικής στιβάδας όπου υπάρχουν ανάλογοι υποδοχείς.
Ετσι, «οι πιο συνήθεις τρόποι μετάδοσης στο στόμα είναι α) η στοματογεννητική επαφή που είναι η κύρια οδός μετάδοσης, β) o αυτοενοφθαλμισμός του ιού (δηλαδή, η μεταφορά του ιού από το ίδιο το άτομο), γ) το φιλί και δ) κατά τη διάρκεια του τοκετού ή μέσω της πλακουντίου κυκλοφορίας από μολυσμένη μητέρα (γεννητικά όργανα) στο παιδί».
– Τρόποι ανίχνευσης. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι ανίχνευσης της παρουσίασης των ιών HPV στο βλεννογόνο του στόματος με κλιμακωτή αξιοπιστία, σημειώνει ο ειδικός. «Πρώτος τρόπος είναι η παρουσία κλινικά βλαβών ή νόσων που οφείλονται στους ιούς αυτούς και κυτταρολογική ή ιστολογική τεκμηρίωση, που όμως δεν είναι απόλυτα αξιόπιστες διότι είναι έμμεσες, δεύτερος, η ανίχνευση του DNA του ιού με in situ υβριδισμό ή την αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης, και τρίτος, η παρουσία αντισωμάτων στον ορό έναντι του HPV, τεχνική που δεν θεωρείται αξιόπιστη».
Σε κάθε περίπτωση ο Γιώργος Χ. Λάσκαρης διευκρινίζει ότι δεν υπάρχουν αξιόπιστες εργαστηριακές τεχνικές αναζήτησης των HPV σε περιπτώσεις χωρίς εκδήλωση συμπτωμάτων. Συνεπώς, δεν είναι σκόπιμο να «ενθαρρύνουμε ασυμπτωματικούς στο στόμα ασθενείς, κυρίως γυναίκες, με παρουσία HPV στα γεννητικά όργανα, να προβαίνουν σε ποικίλες και άσκοπες εξετάσεις για διαπίστωση πιθανής μόλυνσης του βλεννογόνου του στόματος, όταν δεν υπάρχουν βλάβες συμβατές με εκείνες που προκαλούν οι HPV».
– Βλάβες στο στόμα. Οπως προκύπτει από σχετικές έρευνες στα υγιή άτομα χωρίς ανησυχητικά συμπτώματα, η παρουσία ιών HPV διαφόρων τύπων στο βλεννογόνο του στόματος κυμαίνεται από 3,5% έως 4,5%. Σε κάθε περίπτωση, όπως εξηγεί ο αναπληρωτής καθηγητής Στοματολογίας Γιώργος Χ. Λάσκαρης, όταν τελικά διαγιγνώσκεται λοίμωξη, οι βλάβες κατηγοριοποιούνται ως εξής:
– Καλοήθεις βλάβες. Στην ομάδα αυτή ταξινομούνται τέσσερα νοσήματα: α) Θηλώματα, πρόκειται για καλοήθεις εξωφυτικές βλάβες που προκαλούνται από τα χαμηλού κινδύνου στελέχη 6 και 11. β) Οξυτενή κονδυλώματα, με χαρακτηριστική λοβωτή επιφάνεια, που οφείλονται στους χαμηλού κινδύνου HPV-6, HPV-7, HPV-11. γ) Κοινές μυρμηκίες, που είναι συχνές στο δέρμα και σπάνιες στο στόμα και μεταδίδονται με αυτοεμβολιασμό από δερματικές βλάβες. Προκαλούνται από HPV χαμηλού κινδύνου (από τα στελέχη 2, 4, 57, 65). δ) Εστιακή επιθηλιακή υπερπλασία, που χαρακτηρίζεται κλινικά από πολλαπλές μικρές, ελαφρά εξωφυτικές βλάβες λευκού ή λευκορόδινου χρώματος. Οφείλεται στον χαμηλού κινδύνου HPV-13 και HPV-32.
– Δυνητικά κακοήθεις βλάβες. Στην ομάδα αυτή ταξινομείται κυρίως η λευκοπλακία (λευκές πλάκες στην εσωτερική επιφάνεια του στόματος), ενώ άλλες βλάβες της ομάδος αυτής βρίσκονται στο στόχαστρο εντατικής έρευνας. Τα ερευνητικά ευρήματα στη λευκοπλακία συγκλίνουν στην παρουσία υψηλού κινδύνου HPV, ιδιαίτερα των HPV-16, HPV-18 και HPV-33.
– Κακοήθεις βλάβες. Η συμμετοχή των υψηλού κινδύνου HPV-16 και HPV-18 έχει τεκμηριωθεί ιδιαίτερα στο ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα του στοματοφάρυγγα.
«Εντούτοις, έχουν ανευρεθεί και χαμηλού κινδύνου HPV σε σημείο που δημιουργεί την υποψία της συμμετοχής στην καρκινογένεση του στόματος. Ιδιαίτερη, εξάλλου, σημασία έχει η χρόνια παρουσία των HPV-16 και HPV-18 στο βλεννογόνο του στόματος για την ανάπτυξη ακανθοκυτταρικού καρκινώματος. Ετσι σήμερα διαγράφονται δύο πληθυσμιακές ομάδες κινδύνου ανάπτυξης ακανθοκυτταρικού καρκινώματος στο στόμα. Η μία αφορά άτομα που είναι μολυσμένα με HPV, συνήθως έπειτα από στοματογεννητική σεξουαλική επαφή, και η άλλη που δεν έχουν μολυνθεί με HPV. Πάγια όμως είναι, και στις δύο ομάδες, η συμμετοχή στην καρκινογένεση της χρόνιας χρήσης καπνού και αλκοόλ».
– Η αντιμετώπιση. Το προφυλακτικό εμβόλιο, κυρίως για τους υψηλού κινδύνου γενότυπους HPV-16 και HPV-18 που ευθύνονται για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας και τις προκαρκινικές βλάβες της περιοχής, δημιούργησε ελπίδες για μια ανάλογη δράση στο ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα του στόματος.
Παρά ταύτα, δεν υπάρχουν μέχρι σήμερα ερευνητικά δεδομένα που να στηρίζουν την προφυλακτική δράση του εμβολίου για τον καρκίνο του στόματος. Συνεπώς, «ο στοματολόγος και ο οδοντίατρος πρέπει να είναι ενήμεροι για όλο το φάσμα των εκδηλώσεων στο στόμα ώστε να εντοπίζουν και να θεραπεύουν έγκαιρα – κατά κανόνα χειρουργικά – κάθε βλάβη που σχετίζεται με τον HPV. Επιπλέον, οφείλουν να ενημερώνουν σωστά τους ασθενείς τους σχετικά με τους τρόπους μόλυνσης και προφύλαξης, ερωτήματα που με την πάροδο του χρόνου θα γίνονται όλο και πιο έντονα» καταλήγει ο Λάσκαρης.