Μνήμες από το κραχ του 2001-2002 έφερε στην Αργεντινή η απόφαση του προέδρου Μαουρίσιο Μάκρι να στραφεί ξανά στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για να ζητήσει χρηματοδότηση έως 30 δισ. δολαρίων. Τα μέτρα λιτότητας που πρότεινε το ΔΝΤ το 1999 θεωρούνται από πολλούς ως υπεύθυνα για την κρίση που ακολούθησε, κάνοντας πριν από δώδεκα χρόνια τον τότε πρόεδρο Νέστορ Κίρσνερ να κόψει κάθε σχέση με το Ταμείο, υποσχόμενος ότι η χώρα δεν θα στραφεί ποτέ ξανά σε αυτό.
Τώρα οι προκλήσεις για τον 59χρονο Μάκρι είναι μεγάλες, αφού ο ίδιος δήλωσε ότι δεν είχε άλλη επιλογή μετά την επίθεση που δέχτηκαν το πέσο και τα ομόλογα της χώρας. Ο Μάκρι ανέλαβε την εξουσία τον Δεκέμβριο του 2015 υποσχόμενος να κάνει την Αργεντινή ξανά μια «κανονική χώρα» έπειτα από δώδεκα χρόνια διακυβέρνησης από τον αριστερό Κίρσνερ και τη γυναίκα του Κριστίνα Φερνάντες, όπως σχολιάζουν οι «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς».
Το 2006 ο Κίρσνερ είχε αποπληρώσει χρέος 10 δισ. δολαρίων στο ΔΝΤ κάνοντας λόγο για οριστική αλλαγή σελίδας. Το 2004 άλλωστε το ίδιο το Ταμείο παραδέχτηκε τα λάθη του πριν από την κρίση του 2001, αναγνωρίζοντας τις ευθύνες του στο να επιτρέψει την αύξηση του χρέους της χώρας με το να στηρίξει τη σύνδεση της ισοτιμίας του πέσο με το δολάριο.
Πριν από σχεδόν είκοσι χρόνια, το 1999, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο συμβούλεψε την τότε κυβέρνηση της Αργεντινής να εφαρμόσει σκληρά μέτρα λιτότητας για να διατηρήσει την επενδυτική εμπιστοσύνη. Τότε το έλλειμμα και το χρέος παρουσίαζαν συνεχή αύξηση και το Ταμείο, στο οποίο βασιζόταν η χώρα για χαμηλότοκη χρηματοδότηση, θεώρησε σκόπιμο να παρέμβει. Η κυβέρνηση εφάρμοσε μέτρα λιτότητας σχεδόν 1,5 δισ. δολαρίων, ενώ το 2000, με τις προβλέψεις να κάνουν λόγο για ανάπτυξη 3,5%, η λιτότητα αυτή αυξήθηκε κι άλλο. Επιβλήθηκαν μειώσεις δαπανών 1 δισ. δολαρίων και αυξήσεις φόρων ύψους 2 δισ. δολαρίων.
Μόνο που οι προβλέψεις έπεσαν έξω και όχι μόνο δεν ήλθε η πολυπόθητη ανάπτυξη, αλλά οι πολιτικές λιτότητας οδήγησαν σε μεγάλη υστέρηση στα φορολογικά έσοδα, σε μείωση της οικονομικής δραστηριότητας. Οι οίκοι άρχισαν να υποβαθμίζουν ο ένας μετά τον άλλο τη χώρα και τα επιτόκια των ομολόγων της έσπασαν κάθε ρεκόρ για την εποχή, φτάνοντας το 16%.
Ετσι η Αργεντινή ζήτησε από το ΔΝΤ νέα χαμηλότοκα δάνεια με αντάλλαγμα νέο γύρο λιτότητας. Οι κυβερνήσεις άρχισαν να πέφτουν η μία μετά την άλλη λόγω των αντιδράσεων και τελικά το 2001 το Μπουένος Αϊρες αποφάσισε να προχωρήσει σε ανταλλαγή ομολόγων με άλλα που έληγαν αργότερα, το 2010. Επίσης υιοθετήθηκαν νέες περικοπές στις αποδοχές του Δημοσίου και στις συντάξεις δημιουργώντας πρόσθετα προβλήματα στην οικονομία.
Οι αντιδράσεις άρχισαν να μεγαλώνουν και μέχρι τα τέλη του 2001 ο κόσμος άρχισε να κάνει μεγάλες αναλήψεις – σε δολάρια – από τις τράπεζες. Τα ποσά άρχισαν να φεύγουν στο εξωτερικό προκαλώντας προβλήματα στις τράπεζες. Τον Δεκέμβριο η κυβέρνηση πάγωσε ουσιαστικά όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς για δώδεκα μήνες επιτρέποντας τις αναλήψεις μόνο 250 δολαρίων την εβδομάδα.
Το πάγωμα των καταθέσεων έβγαλε τον κόσμο στους δρόμους, ενώ η κυβέρνηση δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει χρέος 130 δισ. δολαρίων. Τον Ιανουάριο του 2002 καταργήθηκε η σταθερή ισοτιμία του πέσο με το δολάριο, οδηγώντας το νόμισμα της Αργεντινής σε βουτιά και σε μεγάλη άνοδο του πληθωρισμού. Χρειάστηκε να έλθει το 2003 για να σταθεροποιηθεί λίγο η κατάσταση στη χώρα, η οποία βασίστηκε στις μεγάλες της εξαγωγές για να ανακάμψει. Ο δρόμος της εξόδου από την κρίση όμως ήταν πολύ μακρύς και φαίνεται ότι δεν έχει ακόμη τελειώσει.