Ενα ιδιαίτερα επικίνδυνο ρίσκο, που βυθίζει τις σχέσεις των ΗΠΑ με τους ευρωπαίους συμμάχους τους στην αβεβαιότητα, απειλεί να οξύνει την ένταση με τη Ρωσία και την Κίνα και θα μπορούσε να αποτελέσει τη θρυαλλίδα που θα τινάξει στον αέρα την ευρύτερη Μέση Ανατολή πήρε χθες το βράδυ ο Ντόναλντ Τραμπ: παρά το εντατικό πρεσάρισμα που δέχθηκε πρωτίστως από τον Εμανουέλ Μακρόν, την Ανγκελα Μέρκελ αλλά και την Τερίζα Μέι, καθώς και τις φρενήρεις προσπάθειες να συμπληρωθεί η συμφωνία του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν με τρόπο που να τον ικανοποιεί, ο αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε την έξοδο των ΗΠΑ από αυτήν. «Ηταν μια φριχτή, μονόπλευρη συμφωνία που ποτέ, ποτέ δεν έπρεπε να είχε γίνει» διακήρυξε. «Δεν έφερε ηρεμία, δεν έφερε ειρήνη, ούτε θα φέρει ποτέ». Ολες οι αμερικανικές κυρώσεις θα επανέλθουν σε διάστημα 90-180 ημερών – ο Τραμπ έδωσε μάλιστα εντολή να δρομολογηθούν επιπλέον μέτρα.
Οι αντιδράσεις ήταν κατακλυσμιαίες. Πρώτος έσπευσε να πάρει τον λόγο ο ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου, μιλώντας για μια «θαρραλέα και σωστή απόφαση». Λίγο νωρίτερα, το Ισραήλ είχε ανακοινώσει πως εντόπισε «ασυνήθιστη δραστηριότητα των ιρανικών δυνάμεων στη Συρία» και έδωσε εντολή στις τοπικές Αρχές στα Υψώματα του Γκολάν «να προετοιμάσουν τα καταφύγια», ενώ έθεσε τις ένοπλες δυνάμεις του σε «κόκκινο συναγερμό» και «επιστρατεύει μέρος των εφέδρων». Το καθεστώς Ασαντ κατήγγειλε στη συνέχεια νέα ισραηλινή αεροπορική επίθεση, σε στρατιωτική βάση νότια της Δαμασκού. Το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία, ωστόσο, η οποία επίσης καλωσόρισε την απόφαση Τραμπ, ήταν η μειοψηφία.
Γαλλία, Γερμανία και Βρετανία εξέφρασαν τη λύπη τους, τόνισαν ότι παραμένουν δεσμευμένες στην πυρηνική συμφωνία και πως θα εργαστούν από κοινού «πάνω σε μία ευρύτερη συμφωνία, που θα καλύπτει την πυρηνική δραστηριότητα, το βαλλιστικό πρόγραμμα και τις περιφερειακές δραστηριότητες» του Ιράν. Κάλεσαν μάλιστα τις ΗΠΑ να μην κάνουν βήματα που θα δυσκολέψουν τα κράτη που θέλουν να επιμείνουν. «Μαζί με την υπόλοιπη διεθνή κοινότητα, θα διατηρήσουμε αυτή την πυρηνική συμφωνία» προσυπέγραψε η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Φεντερίκα Μογκερίνι.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι δηλώσεις της Ρωσίας. Για αστάθεια και νέες συγκρούσεις προειδοποίησε εκπρόσωπος του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Οσο για τον άμεσα ενδιαφερόμενο, τον ιρανό πρόεδρο Χασάν Ροχανί, αυτός δήλωσε πως η Τεχεράνη θα παραμείνει στην πυρηνική συμφωνία, ακόμα και χωρίς τη συμμετοχή των ΗΠΑ. Παράλληλα, όμως, έδωσε εντολή στα στελέχη της πυρηνικής βιομηχανίας της χώρας του να είναι έτοιμα «να συνεχίσουν την ανάπτυξή της», «χωρίς κανέναν περιορισμό, εφόσον χρειαστεί». Και είναι πολλές οι σκληροπυρηνικές φωνές στο Ιράν που απαιτούν ακριβώς αυτό.  
Ο Ντόναλντ Τραμπ κατέστησε χθες σαφές πως στόχος του είναι μια αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν. Εξίσου σαφές είναι, όπως επεσήμαναν οι «New York Times», το στοίχημα που βάζει: ότι μπορεί να κόψει την οικονομική γραμμή ζωής του Ιράν και έτσι να «σπάσει το καθεστώς»: «μία βάναυσα ρεαλπολιτίκ προσέγγιση που οι ευρωπαίοι σύμμαχοι έχουν προειδοποιήσει ότι είναι ένα ιστορικό σφάλμα, ικανό να οδηγήσει ακόμα και στον πόλεμο». Αλλά ο Τραμπ ποντάρει στο ότι θα καταφέρει να «κάμψει» την Τεχεράνη όπως έκανε με την Πιονγκγιάνγκ -φρόντισε μάλιστα να επισημάνει χθες πως ο αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάικ Πομπέο κατευθυνόταν προς τη Βόρεια Κορέα για να προετοιμάσει τη συνάντηση του με τον Κιμ Γιονγκ Ουν. Πολλοί πιστεύουν αντιθέτως ότι η απόφαση του Τραμπ να «σχίσει» την ιρανική πυρηνική συμφωνία θέτει εν αμφιβόλω την ειρηνευτική διαδικασία στην Κορεατική Χερσόνησο. «Αστοχη» και «εσφαλμένη» τη χαρακτήρισε ο Μπαράκ Ομπάμα. Αλλά ο διάδοχός του θεωρεί πως ξέρει καλύτερα.

«Μπουρλότο» και στις τιμές του πετρελαίου

Φωτιά στα πορτοφόλια των νοικοκυριών βάζει η αύξηση της τιμής του πετρελαίου που διαμορφώνεται στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων τριάμισι ετών, φτάνοντας τα 70 δολάρια στη Νέα Υόρκη και τα 75 δολάρια στο Λονδίνο. Πρόκειται για αύξηση που ξεπερνά το 12% μέσα σε διάστημα ενός μόλις μήνα λόγω των εξελίξεων στο θέμα του Ιράν, της δεύτερης μεγαλύτερης πετρελαιοπαραγωγού χώρας του ΟΠΕΚ. Η μεγάλη άνοδος των τιμών οφείλεται επίσης στις προσπάθειες της Σαουδικής Αραβίας να ανεβάσει ξανά το πετρέλαιο στα 80 δολάρια το βαρέλι, αλλά και στη μείωση της παραγωγής από τη Βενεζουέλα, όπου χειροτερεύει συνεχώς η οικονομική και κοινωνική κρίση. Η αύξηση στις τιμές του μαύρου χρυσού φαίνεται άμεσα στην αντλία, αφού προκαλεί ανοδικές τάσεις στις τιμές της αμόλυβδης και του πετρελαίου κίνησης. Δημιουργεί επίσης προοπτικές για αύξηση των τιμών και άλλων προϊόντων καθώς πιέζει τα περιθώρια κέρδους αεροπορικών και μεταφορικών εταιρειών. Μπορεί όμως να έχει μια ακόμη παρενέργεια: να επηρεάσει τη νομισματική πολιτική σε Ευρώπη και ΗΠΑ.