Δεν είναι κομψό να παρεισφρέει στον δημόσιο διάλογο η διαπίστωση ότι «γίναμε χειρότεροι από την Ουγκάντα». Θα είναι πάντα αστείο να χαρακτηρίζεται η ΠΓΔΜ «κρατίδιο» από μια χώρα που, τουλάχιστον ως προς το μέγεθος, είναι πράγματι χειρότερη από την Ουγκάντα. Αλλά θα υπάρχει πάντα λόγος να απασχολεί τον δημόσιο διάλογο η περίπτωση της Βενεζουέλας – ακόμη περισσότερο, όταν η πρεσβεία της χώρας κατηγορεί για «ασέβεια» τα κόμματα που την έπιασαν στο στόμα τους.
Ο ένας λόγος, χωρίς να είναι απαραίτητα ο μείζων, βρίσκεται στις σχέσεις που ανέπτυξε ο ΣΥΡΙΖΑ με το καθεστώς Μαδούρο. Σχέσεις που, αν θυμηθεί κανείς τα μυστικά ταξίδια των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ στο Καράκας, δεν αναπτύχθηκαν ακριβώς στο φως της ημέρας. Και που, τουλάχιστον σε μία περίπτωση, επιχειρήθηκε να μείνουν στο σκοτάδι όταν καταγγέλθηκε στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ότι ο πρώην πρεσβευτής της Βενεζουέλας παρενοχλούσε σεξουαλικά εργαζόμενες της πρεσβείας και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ κουκούλωσε την υπόθεση. Ο πρεσβευτής της Βενεζουέλας δεν είναι πια ο ίδιος – είναι άλλος αυτός που διαμαρτυρήθηκε για την «ασέβεια». Αλλά η Βενεζουέλα δεν είναι άλλη, παραμένει η ίδια. Παραμένει μια χώρα που κυβερνάται από ένα αντιδημοκρατικό καθεστώς το οποίο επιχειρεί να πνίξει οποιαδήποτε αντίθετη φωνή είτε προέρχεται από την οργανωμένη αντιπολίτευση είτε από τους πολίτες. Παραμένει μια κοινωνία παραδομένη στην ανέχεια, εγκλωβισμένη από ένα καθεστώς που, όπως όλα τα καθεστώτα του είδους, κάνει ό,τι μπορεί για να διατηρηθεί στην εξουσία.
Αυτός είναι ο βασικός λόγος για να συνεχίσουν να «ασεβούν» τα ελληνικά κόμματα. Αλλά και για να συνεχίσουν τον δημόσιο διάλογο καταγγέλλοντας και άλλα αντιδημοκρατικά καθεστώτα. Με την ελπίδα, ας πούμε, ότι η Ρωσία του Πούτιν θα γίνει μια Ρωσία χωρίς τον Πούτιν. Και η Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν, η Τουρκία του Ορχάν Παμούκ.