Ο εφιάλτης της αιρεσιμότητας στα μέτρα για το χρέος και της ενισχυμένης μεταμνημονιακής εποπτείας έχει αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά στην αυλή της κυβέρνησης. Το τοπίο των αποφάσεων μπορεί να παραμένει θολό, πλην όμως κορυφαίοι παίκτες στη σκακιέρα του χρέους όπως η Γερμανία έχουν δώσει μια πρόγευση κινήσεων. Πισωγυρίσματα έναντι των μνημονιακών δεσμεύσεων θα ακυρώνουν τα όποια μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, ενώ καταρτίζεται ένα νέο πλαίσιο ισχυρών δεσμεύσεων για τη μεταμνημονιακή περίοδο. Αν ο διάδρομος για τη διευθέτηση του χρέους δεν είναι «καθαρός», είναι προφανές ότι το στόρι της καθαρής εξόδου κινδυνεύει να καταρρεύσει ευθύς αμέσως μετά την ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος από τις αντιδράσεις των αγορών.
Σε αυτό το σκηνικό, οι χθεσινές παρεμβάσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή δεν μπορούν να θεωρηθούν καθόλου τυχαίες. Στην πρώτη έκθεση η οποία φέρει την υπογραφή τού μέχρι πρότινος γενικού γραμματέα δημοσιονομικής πολιτικής του υπουργείου Οικονομικών Φραγκίσκου Κουτεντάκη, αποτυπώνεται η αγωνία για το εύρος των απαιτήσεων των δανειστών και την αιρεσιμότητα σε σχέση με το χρέος. Αναδεικνύεται παράλληλα η ανάγκη εκπόνησης ενός «στρατηγικού σχεδίου μακράς πνοής που εκ των πραγμάτων θα υπερβαίνει τη θητεία μιας κυβέρνησης, τα βασικά στοιχεία του οποίου θα πρέπει να τεθούν σε δημόσιο διάλογο προκειμένου να εξασφαλιστεί μια ελάχιστη συναίνεση». Η προτροπή αυτή φαντάζει οξύμωρη αν προβληθεί στην εγχώρια πολιτική πραγματικότητα και τις συνθήκες πόλωσης που επικρατούν. Η κυβέρνηση έχει καταρτίσει την περιβόητη ολιστική στρατηγική ανάπτυξης για την επόμενη μέρα, την οποία ο Ευκλείδης Τσακαλώτος έχει παρουσιάσει μόνο στο Eurogroup, ενώ η κυβέρνηση δεν έχει εκπέμψει κανένα μήνυμα συνεννόησης ή έστω άντλησης ιδεών από κόμματα και φορείς επί της συγκεκριμένης στρατηγικής. Κατά την άποψη του Γραφείου Προϋπολογισμού όμως, η συζήτηση αυτή πρέπει να ανοίξει ιδανικά πριν από την ολοκλήρωση του προγράμματος ή έστω μετά τον Αύγουστο.
Στην έκθεση, η ανησυχία για την επόμενη μέρα σε όρους αιρεσιμότητας είναι έκδηλη, ενώ η απάντηση σε όσους οραματίζονται το τέλος του Μνημονίου και την επιστροφή στην άκρατη παροχολογία συμπυκνώνεται στη διαπίστωση ότι «απαιτείται μια αξιόπιστη δέσμευση ότι δεν θα επαναληφθούν πρακτικές του παρελθόντος». Τονίζεται επίσης ότι «η αποκατάσταση της μακροοικονομικής και δημοσιονομικής ισορροπίας δεν συνεπάγεται το τέλος της προσπάθειας ούτε υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού».
ΟΙ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ. Το Γραφείο Προϋπολογισμού δεν κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του για τις απαιτήσεις των δανειστών σημειώνοντας πως από τη δική τους πλευρά «το κρίσιμο ζητούμενο είναι ένα αποτελεσματικό σύστημα κινήτρων που θα εξασφαλίζει την υπεύθυνη στάση των μελλοντικών κυβερνήσεων». Αναγνωρίζει επίσης ότι στην κατεύθυνση αυτή «αναμένεται να χρησιμοποιηθεί η ρύθμιση του χρέους υπό συνθήκες που θα αξιολογούνται σε βάθος χρόνου».
Το πρόβλημα κατά την ανάγνωση του ΓΠ είναι η πιθανή αιρεσιμότητα. «Τα μέτρα ελάφρυνσης που θα αποφασιστούν θα πρέπει να συμβάλλουν στη μελλοντική σταθερότητα και να μη χαρακτηρίζονται από αιρεσιμότητα – καθώς κάτι τέτοιο καθιστά δύσκολη την εκτίμηση των χρηματοδοτικών αναγκών της ελληνικής οικονομίας και θα καταστήσει δαπανηρότερη την αποκατάσταση της κανονικής χρηματοδότησης του ελληνικού Δημοσίου από τις ιδιωτικές αγορές, δηλαδή τον τελικό σκοπό του όλου εγχειρήματος» σημειώνεται χαρακτηριστικά.

ΟΙ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ. Στην έκθεση διατυπώνονται προβλέψεις για ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας φέτος κοντά στο 2% και εκτιμάται ότι θα επιτευχθεί ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ. Σε μια διατύπωση η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως έμμεση κριτική προς την κυβέρνηση σημειώνεται ότι «η επίτευξη υψηλότερων πλεονασμάτων από τους στόχους του προγράμματος ισοδυναμεί με την υιοθέτηση υπέρ το δέον περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής».
Η γενική εικόνα για την ελληνική οικονομία κατά την άποψη των συντακτών της έκθεσης είναι θετική, αν και υπάρχουν προκλήσεις οι οποίες θα πρέπει άμεσα να αντιμετωπιστούν. Μεταξύ αυτών, το τεράστιο στοκ ληξιπρόθεσμων οφειλών σε Εφορία και ασφαλιστικά ταμεία (130 δισ. ευρώ) και κόκκινων δανείων (95 δισ. ευρώ), αλλά και η ποιοτική – ποσοτική υποβάθμιση του ανθρώπινου και φυσικού κεφαλαίου.