Kάπου ανάμεσα στο «Υπόγειο» του Φιόντορ Ντοστογέφσκι και στα «Ημερολόγια» του Βασλάβ Νιζίνσκι, αναζητήθηκε το υλικό για την παράσταση «Ενας καλός λόγος». Ο Αργύρης Πανταζάρας μαζί με την Ελίνα Μαντίδη υπογράφουν το κείμενο και τη σκηνοθεσία αυτού του μονολόγου, σε συνεργασία με την ομάδα Momentum στο Οδού Κυκλάδων.
Με τον τίτλο να παραπέμπει συγχρόνως σε «έναν καλό λόγο» για να ζούμε κι άλλον έναν «για να πούμε», ο Πανταζάρας ερμηνεύει στη σκηνή έναν πολιτικό λίγο πριν μιλήσει στον λαό. Ο χώρος, οριοθετημένος από μια πλαστική ταινία, παραπέμπει σε ένα τηλεοπτικό στούντιο. Γύρω του τριγυρνά η ομάδα που τον υποστηρίζει και τον ντύνει, οι τεχνικοί, ο κάμεραμαν. Ο λόγος που θα απευθύνει έχει αφετηρία έναν δικό του εσωτερικό μονόλογο. Ισορροπημένος ή όχι, ο ομιλητής κινείται ανάμεσα στην εσωτερική του τρικυμία και τη διάθεση για εξωτερική αρτιότητα.
Με ένα λευκό μποξεράκι και μια παλιού τύπου λευκή φανέλα, ο ηθοποιός στέκεται απέναντι το κοινό και μοιράζεται τη διαδικασία της προετοιμασίας: εκεί ο άνθρωπος συναντά τις σκέψεις και τη συνείδησή του, τους φόβους και τις αγωνίες του, την αλαζονεία και τη διάθεση να εξουσιάσει. Εκεί ο ηθοποιός συναντά νύξεις από τα κείμενα των Ντοστογέφσκι και Νιζίνσκι, καθώς και πρωτότυπο κείμενο των συν-δημιουργών αυτής της παράστασης: στο «Υπόγειο» είναι ο μηδενιστικός ήρωας που μονολογεί για την ανθρώπινη φύση και στα «Ημερολόγια» ο ψυχικά διαταραγμένος. Ο λόγος που συνθέτει και απευθύνει συνδυάζει αυτή τη μηδενιστική διάθεση και την ψυχολογική αστάθεια. Παραπέμπει σε μια εξομολόγηση. Και βρίσκει ως εκφραστή τον σύγχρονο πολιτικό λίγο πριν απευθύνει ένα δημόσιο διάγγελμα, μαζί με ενοχές, ευθύνες, και λίγη παράνοια.
Είναι σαφής η πρόθεση του Αργύρη Πανταζάρα: να πει τον δικό του «καλό λόγο». Να μιλήσει με την τέχνη του για το σήμερα, προσδίδοντάς του πολιτική και κοινωνική χροιά. Και παράλληλα να θίξει τα κακώς κείμενα, να μοιραστεί προβληματισμούς,  απορίες, αγωνίες, να καταθέσει σκέψεις, να παίξει με τις λέξεις, να κάνει (μαύρο) χιούμορ.
Σκηνικά ο χώρος έχει στηθεί με αυστηρότητα και αισθητική. Το ασπρόμαυρο που κυριαρχεί, η φυσική παρουσία του Πανταζάρα, το παιχνίδι με τους ήχους και τον φωτισμό. Ολα καλοστημένα και καλοκουρδισμένα. Το ίδιο το κείμενο ωστόσο μοιάζει να μην έχει βρει ούτε την ταυτότητά του ούτε τον ακριβή του στόχο. Αιωρείται και μοιάζει ανισοβαρές. Προσπαθεί να γίνει σημαντικό και να επικοινωνήσει με το κοινό, αλλά δεν τα καταφέρνει.
Ο Αργύρης Πανταζάρας ανήκει στους ηθοποιούς που έχουν ξεχωρίσει με το ταλέντο και τις πλούσιες σκηνικές τους δυνατότητες – από τον Τρελό στον «Βασιλιά Ληρ» με τον Κιμούλη και τον μπεκετικό μονόλογο που έχει φτιάξει, ώς τον Μεφιστοφελή στον «Φάουστ» και το «1984». Ωστόσο σ" αυτόν τον «Ενα καλό λόγο» επιλέγει (;) να κινηθεί μονότονα και υποτονικά, προβάλλοντας περισσότερο την πρόθεσή του να πάρει θέση στα πράγματα παρά να κάνει θέατρο. Μοιάζει σαν να τον έχει αιχμαλωτίσει η ιδέα του όλου εγχειρήματος εις βάρος του καλλιτέχνη, του ηθοποιού. Εκτός και αν – πράγμα εξαιρετικά επικίνδυνο – τον έχουν αιχμαλωτίσει η εικόνα του και το ταλέντο του. Κι αντί για το κοινό που κάθεται απέναντί του, βλέπει τον εαυτό του στον καθρέφτη.

Σκηνοθεσία-δραματουργία: Ελινα Μαντίδη & Αργύρης Πανταζάρας 
Ερμηνεία: Αργύρης Πανταζάρας 
Μουσική: Γιώργος Πούλιος
Σκηνικά-κοστούμια: Γεωργία Μπούρα
Φωτισμοί: Νίκος Κούρος
Πού: Θέατρο Οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής 
(Κυκλάδων 11, Κυψέλη, τηλ. 210-8217.877), Δευτέρα και Τρίτη (21.00), έως 5/6