Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια τι πρόκειται να συμβεί σε μια δεδομένη στιγμή στο μέλλον. Είτε αυτό είναι ένα φυσικό φαινόμενο είτε είναι μια αλληλουχία γεγονότων είτε είναι η απόφαση ή η επιλογή ενός προσώπου. Κανείς, για παράδειγμα, δεν μπορεί να καταλάβει τι είχαν στο μυαλό τους οι διοικούντες τον Πανιώνιο όταν επέλεξαν για προπονητή τον Στηβ Γιατζόγλου. Πώς το σκέφτηκαν ή ποιο θα ήταν ακριβώς το όφελος από αυτή την επιλογή. Διότι προπονητής δεν είναι μόνο τα συστήματα, το κοουτσάρισμα, οι αλλαγές. Είναι πολύ περισσότερα.
Και, όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, η διοίκηση του Πανιωνίου απλά δεν έδωσε καμία σημασία στις εξωαγωνιστικές επιλογές του Γιατζόγλου, ακόμα και αν αυτές έχουν να κάνουν με τη συμπόρευση δίπλα στους θεωρητικούς επιγόνους των Ναζί. Δεν είναι καμιά καινούργια αντίληψη. Μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας έχει αποδεχτεί τη Χρυσή Αυγή ως ένα φυσιολογικό κύτταρο μέσα στον κοινωνικό ιστό. Και σε αυτή την περίπτωση ακούσαμε, για παράδειγμα, από ανιστόρητους και ηλίθιους το κλασικό «τι σχέση έχει το τι κάνει ως προπονητής με το πού ανήκει ιδεολογικά».
Το μεγάλο μυστικό του φασισμού είναι ότι έχει την ικανότητα να προβάλλεται ακριβώς ως «ένας από εμάς», ως «η ιδεολογία της διπλανής πόρτας», ως «ο απλός, αγανακτισμένος πολίτης». Ετσι έγινε πάντα ιστορικά, λίγο πριν βγάλει το ανθρώπινο προσωπείο για να εμφανιστεί το τέρας. Και αυτή η ικανότητα ξεγέλασε (;) και τη διοίκηση μιας ομάδας, που έχει ζήσει στο πετσί της τον φασισμό, τις διώξεις και τον θάνατο από τους ομοϊδεάτες του Γιατζόγλου. Το τι είπε ο ίδιος δεν έχει καμία σημασία. Σημασία έχει πώς αντιδρούν οι κανονικοί άνθρωποι.
Kαι ευτυχώς, υπάρχουν ακόμα αντανακλαστικά.