Το βασικό παράδοξο στη σχέση μεταξύ Συντάγματος και δικαστικής εξουσίας συνίσταται στο εξής: ενώ οι σχετικές διατάξεις ρυθμίζουν μια κρισιμότατη πολιτειακή Αρχή και άρα βρίσκονται στον πυρήνα της συνταγματικής τάξης, τα θεμελιώδη ζητήματα που αφορούν την ορθή απονομή της δικαιοσύνης δεν μπορούν να λυθούν διά της συνταγματικής οδού. Αν προστεθεί ότι το περί δικαστικής εξουσίας τμήμα του ισχύοντος ελληνικού Συντάγματος (άρθρα 87 έως και 100 Α) υπέστη ευρύτατες αλλαγές με την αναθεώρηση του 2001, χωρίς ωστόσο, για να το πούμε κομψά, η λειτουργία της ελληνικής Δικαιοσύνης να βελτιωθεί, τότε το παράδοξο μεγεθύνεται. Ομως και η απραξία δεν δικαιολογείται, ειδικά στη σημερινή συγκυρία, κατά την οποία η Δικαιοσύνη βρίσκεται, εκούσα άκουσα, στο επίκεντρο.
Α. Σχετικά με τις δύο μείζονες προϋποθέσεις ορθής απονομής δικαιοσύνης, ο συνταγματικός νομοθέτης φοβούμαι ότι πρέπει να παραδεχθεί ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Ο λόγος φυσικά για την καθυστέρηση στη λήψη αποφάσεων, που αποτελεί – μακράν – τη μεγαλύτερη πληγή στο δικαιοδοτικό μας σύστημα, και για την ουσιαστική ανεξαρτησία της δικαστικής από τις άλλες εξουσίες.
Η διάκριση των εξουσιών ενυπάρχει ως αρχή στο ελληνικό Σύνταγμα (άρθρο 26), ενώ ακόμα πιο ρητά καθορίζεται η λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστών (άρθρο 87). Καμία διάταξη, συνταγματική ή άλλη, δεν μπορεί ωστόσο να αποτρέψει την άσκηση έμμεσων ή άμεσων πιέσεων κυβερνητικών στελεχών σε δικαστικούς λειτουργούς και δεν είναι ικανή από μόνη της να εμποδίσει εύκαμπτους ή έμφοβους δικαστές από το να ενδώσουν σε αυτές τις πιέσεις. Το γεγονός ότι, επί της παρούσας κυβέρνησης, τόσο η προσπάθεια χειραγώγησης της Δικαιοσύνης όσο και η όξυνση, σε δεύτερη φάση, των σχέσεων μεταξύ εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας πήραν πρωτοφανείς διαστάσεις, δεν αλλάζει το βασικό αυτό δεδομένο: η ουσιαστική ανεξαρτησία κατακτάται – ή απόλλυται – εν τοις πράγμασι, δεν κερδίζεται ακόμα και με την αρτιότερη συνταγματική κατάστρωση.
Το ίδιο ισχύει και για την καθυστέρηση που, στην Ελλάδα, φτάνει συχνά στα όρια της αρνησιδικίας, δηλαδή της μη απονομής δικαιοσύνης. Σε επίπεδο αρχών συνταγματικής περιωπής, η λύση δεν βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, ούτε στην περιστολή της δικαστικής προστασίας ούτε στην περικοπή των πολλαπλών σταδίων κρίσης ούτε στην αναδιαμόρφωση της δικαστικής ύλης: η αναθεώρηση των άρθρων 94 και 95, το 2001, παρέχει ένα ικανοποιητικό πλαίσιο. Κατά τα άλλα, δεν ανήκει, αλλά και δεν αρμόζει, στο Σύνταγμα να ορίσει ότι οι απλές υποθέσεις πρέπει να εκκαθαρίζονται άμεσα και οι όχι ιδιαίτερα περίπλοκες τάχιστα, ότι οι πολλαπλές αναβολές είναι απαράδεκτες, ότι δεν νοείται σύγχρονο κράτος στο οποίο το διάστημα μεταξύ της λήψης της απόφασης και της «καθαρογραφής» της να μετριέται σε μήνες – για όλα αυτά οφείλουν να μεριμνούν η πολιτεία (υλικοτεχνική υποδομή), η δικαστική ηγεσία (πειθαρχικός έλεγχος) και το φιλότιμο του κάθε δικαστή. Για την κατηγορία αυτή ζητημάτων θα ήταν πάντως χρήσιμη η παρέμβαση του απλού νομοθέτη, έστω και υπό τη μορφή κατευθυντήριων γραμμών – ιδέες υπάρχουν, αλλά απαιτούν ειδικές αναλύσεις.                        
Β. Με τα δύο «σταυρικά» ζητήματα της Δικαιοσύνης εκτός συνταγματικής «αρμοδιότητας», την πρωτοκαθεδρία στην αναθεωρητική συζήτηση παίρνουν οργανωτικής φύσης ζητήματα. Με προεξάρχοντα δύο: τον τρόπο επιλογής των ηγεσιών των ανώτατων δικαστηρίων και την εκδίκαση των μισθολογικών, και γενικά οικονομικών, διαφορών των δικαστών. Στα θέματα αυτά θα έλεγα ότι η ισχύουσα κατάσταση δεν είναι ικανοποιητική, αλλά δεν πρέπει να περιμένουμε πολλά από οποιεσδήποτε νέες λύσεις.
Η προβλεπόμενη στο άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος επιλογή των προέδρων και των αντιπροέδρων των τριών ανώτατων δικαστηρίων από το Υπουργικό Συμβούλιο, δηλαδή από την κυβέρνηση, δεν συνιστά ελληνική πρωτοτυπία. Η υποψία εγγενούς εξάρτησης του διοριζομένου από το όργανο που τον διόρισε θα έπρεπε κανονικά να εξουδετερώνεται από μια απλή αρχή, την οποία μου είχε εκμυστηρευτεί και είχε εφαρμόσει ο πατέρας μου (πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας από το 1988 ώς το 1999): από την πρώτη στιγμή που επιλέγεται ο νέος πρόεδρος, όχι μόνο ξεχνά ποιος τον επέλεξε, αλλά και φροντίζει να το κάνει πράξη μέσω της προσωπικής του συμπεριφοράς και των αποφάσεων του δικαστηρίου του. Καταλαβαίνω όμως ότι μια τέτοια ηθική στάση δεν είναι δυνατό, ιδίως στην εποχή μας, να αναμένεται ως κάτι το σύνηθες.
Κατά την αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε η μνεία για ανώτατο όριο παραμονής (4 χρόνια) του επιλεγόμενου από το Υπουργικό Συμβούλιο προέδρου. Δίκοπο μαχαίρι: μειώθηκε η περίοδος (δικαστικής) «επιρροής», αλλά αυξήθηκαν τα (κυβερνητικά) περιθώρια επιλογών, ενώ και δεν υπάρχει άλλο σύστημα διεθνώς που να θέτει τέτοιο όριο τερματισμού καριέρας. Αν μπορεί να βελτιωθεί κάπως το σύστημα είναι, πιστεύω, με τον συνδυασμό δύο στοιχείων: όχι απεριόριστη κρίση του αποφασίζοντος οργάνου και στάθμιση – απόφαση από συλλογικό όργανο εκτός εκτελεστικής εξουσίας. Αρα όχι ανάθεση στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ούτε στο Υπουργικό Συμβούλιο, αλλά τελική επιλογή από κάποιο ad hoc όργανο (βουλευτές, δικαστές, πανεπιστημιακοί, εκπρόσωποι δικηγορικών συλλόγων) στη βάση κλειστής λίστας υποψηφίων που θα καταρτίζουν τα ίδια τα δικαστήρια. Με επίγνωση και πάλι ότι ο άνθρωπος δικαιώνει το σύστημα και όχι το σύστημα τον άνθρωπο.
Για το «Μισθοδικείο» που εισήχθη με την αναθεώρηση του 2001 (άρθρο 88 παρ. 2 με παραπομπή στο άρθρο 99) αρκεί να πούμε το εξής: απόλυτο αδιέξοδο. Μια ιδέα που έμοιαζε καλή – τα οικονομικά των δικαστών να κρίνονται από ειδικό δικαστήριο στο οποίο δεν πλειοψηφούν οι δικαστές – αποδείχθηκε σαθρή, αφού από «δικαστήριο» έγινε, ή έδωσε την εντύπωση ότι έγινε, συντεχνιακό όργανο. Τουλάχιστον όταν οι δικαστές αποφασίζουν για τους δικαστές, δεν κρύβονται πίσω από τη νομιμοποίηση ενός ειδικού οργάνου.
Γ. Μένει το μείζον ζήτημα του ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων. Εχω εκφράσει πολλές φορές την άποψή μου: η «εποχή του Μνημονίου» και η ανάγκη για πολλές, συνδεόμενες μεταξύ τους και επί της αρχής αποφάνσεις κατέδειξαν τα όρια του διάχυτου ελέγχου. Χρειάζεται τα ζητήματα συνταγματικότητας να κρίνονται γρήγορα, συνολικά και μεμιάς. Η καλύτερη ιδέα θα ήταν ίσως, αντί για τη δημιουργία νέου Συνταγματικού Δικαστηρίου, με τα γνωστά προβλήματα διορισμού των μελών του και επιρροής τους από την κυβέρνηση, να γενικευθεί η υποχρέωση της εισαχθείσας στο άρθρο 100 (παρ. 5) διάταξης περί παραπομπής ζητημάτων συνταγματικότητας στις ολομέλειες των ανώτατων δικαστηρίων, όχι μόνο πλέον από τα τμήματα των δικαστηρίων αυτών, αλλά από όλα τα δικαστήρια της χώρας. Και πάλι όμως: σημασία έχουν οι ίδιες οι αποφάσεις, δηλαδή η κατάρτιση και το φρόνημα των δικαστών, όχι οι σχηματισμοί που τις παίρνουν.
Ο Κώστας Μποτόπουλος είναι συνταγματολόγος