Τον τελευταίο καιρό βιώνουμε όλοι ένα παρακμιακό κλίμα. Με άλλα λόγια, η κυβερνητική πλειοψηφία προσπαθεί εναγωνίως να χειραγωγήσει τις ανώτερες βαθμίδες της Ποινικής Δικαιοσύνης, ώστε να επιτύχει τα αρεστά σε αυτήν αποτελέσματα για ορισμένους – προσκείμενους σε αυτήν – επιχειρηματίες ή για να στοχοποιήσει άλλους.
 Πού βασίζεται ένα τέτοιο εγχείρημα; Στην ατυχή συνταγματική διάταξη η οποία επιτρέπει στην εκάστοτε κυβέρνηση να διορίζει την ηγεσία των δικαστικών λειτουργών.
Και όσο δεν ακρωτηριάζεται αυτός ο παράδοξος ομφάλιος λώρος ανάμεσα στη δικαστική και την εκτελεστική εξουσία τόσο το νοσηρό κλίμα της κομματικοποίησης θα διαχέεται και σε άλλους δικαστικούς λειτουργούς.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δεν πρέπει να λησμονούμε ότι πριν από λίγο καιρό ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είχε σιωπήσει αδικαιολόγητα απέναντι στο έγκλημα το οποίο είχε διαπράξει ο επιχειρηματίας Ιβάν Σαββίδης (άρθρο 41 του ν. 2725/1999), όταν είχε εισβάλει με όπλο σε ποδοσφαιρικό γήπεδο. Τότε όμως ούτε η αρμόδια εισαγγελική Αρχή είχε εκδώσει ένα ένταλμα σύλληψης, όπως εδικαιούτο (με βάση το άρθρο 275 παρ. 3 του ΚΠΔ).
Αντίθετα, πριν από μερικές ημέρες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κατονόμασε ακατανόητα ως «αντίπαλο» της κυβέρνησης τον επιχειρηματία Βαγγέλη Μαρινάκη (δίνοντας πλέον ένα έντονο πολιτικό στίγμα στη σχετική δίωξη που έχει κινηθεί εναντίον του τελευταίου για τη υπόθεση του πλοίου «Noor 1»)!
Και το εκρηκτικό ερώτημα είναι το εξής: Γιατί άραγε στοχοποιείται από την κυβερνητική πλειοψηφία ένας γνωστός επιχειρηματίας; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι η εξής:
Γιατί οι εφημερίδες «ΤΑ ΝΕΑ» και «Το Βήμα» που ανήκουν στον ανωτέρω επιχειρηματία ασκούν έντονη κριτική στις απόψεις και την ηθική της παρούσας κυβέρνησης.
Και όλα αυτά ενδεχομένως να μην είχαν ιδιαίτερη σημασία, αν δεν αποκάλυπταν ταυτόχρονα και την επικίνδυνη αντίληψη της σημερινής κυβέρνησης για την έννοια της δημοκρατίας.
 Ποια είναι αυτή; Οποιος δηλαδή διατυπώνει διαφορετικές απόψεις από εκείνες τις οποίες υποστηρίζει η σημερινή κυβερνητική πλειοψηφία θεωρείται «εχθρός» (enemy) που πρέπει να εκμηδενιστεί ή να εξευτελιστεί (Chantal Mouffe)!
Και όλα αυτά τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά, αν συνυπολογίσει κανείς την κυβερνητική προσπάθεια χειραγώγησης κάποιων τμημάτων της Ποινικής Δικαιοσύνης (που άλλοτε αποδίδει, άλλοτε όμως ακυρώνεται από την κουλτούρα αντίστασης πολλών δικαστών).
Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα αναφέρω στο σημείο τούτο ορισμένες χονδροειδείς παραβιάσεις της Ποινικής μας Δικονομίας οι οποίες συνέβησαν στην υπόθεση του πλοίου «Noor 1», όπου εμπλεκόμενος (κατά σύμπτωση άραγε;) ήταν και ο στοχοποιημένος από την κυβέρνηση επιχειρηματίας (Μαρινάκης). Και ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του!
Ετσι, στην υπόθεση τούτη – και ενόψει της παροχής ανασταλτικού αποτελέσματος στην έφεση – ο υπουργός Πάνος Καμμένος ενεπλάκη και συνομίλησε δώδεκα φορές με τον βασικό κατάδικο για εμπορία ναρκωτικών, κατά πλήρη παραβίαση του άρθρου 497 του ΚΠΔ. Και τούτο γιατί η παρεμβολή πολιτικών προσώπων σε καθαρά νομικές διαδικασίες είναι εντελώς ανεπίτρεπτη.
Επιπλέον, η εμπλεκόμενη στην ιστορία τούτη εισαγγελική λειτουργός είχε παραβιάσει τη διάταξη του άρθρου 151 του ΚΠΔ (προκαλώντας σχετική ακυρότητα της διαδικασίας), αφού είχε μεταβεί στις φυλακές για να πάρει κατάθεση από τον ανωτέρω κατάδικο, χωρίς όμως να έχει συνταχθεί και η απαιτούμενη από τη Δικονομία έκθεση (για τις ενέργειες που ετέλεσε). Και το ερώτημα είναι:
Σε ποια δυτική δημοκρατία μια εισαγγελική λειτουργός συναντάει έναν ισοβίτη – και μάλιστα σε υπόθεση με έντονο δημόσιο ενδιαφέρον – χωρίς να υπάρχει και η «έκθεση των πεπραγμένων»; Τον συνάντησε έτσι από απλή υπαρξιακή περιέργεια;
Τέλος, η ανωτέρω εισαγγελική λειτουργός είχε εκδώσει και μια διάταξη απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα του παραπάνω επιχειρηματία (ν. 2475/1920, ν. 1128/1981), χωρίς όμως να παρατίθενται στοιχειωδώς τα πραγματικά γεγονότα ή τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να διαφαίνονται είτε η πρόθεση διαφυγής του στο εξωτερικό, είτε οι σοβαρές ενδείξεις ενοχής που υπήρχαν εναντίον του.
 Οπως αποδεχόταν και το σχετικό βούλευμα 201/2018 το οποίο ορθά δεν επικύρωσε την παραπάνω εισαγγελική διάταξη!
Το συμπέρασμα; Η κυβέρνηση δεν πρέπει να «χρησιμοποιεί» τη Δικαιοσύνη ως όχημα, ώστε να προστατεύει τους προσκείμενους σε αυτή επιχειρηματίες και να στοχοποιεί άλλους! Επίσης δεν πρέπει να υπονομεύει την ελευθερία του Τύπου! Αλλιώς σιγά σιγά θα νιώθουμε ντροπή για αυτά που γίνονται στη χώρα μας (Rorty)!
Ο Γρηγόρης Καλφέλης είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ