«Επέλεξα να σπουδάσω Οικονομικά για τρεις λόγους. Πρώτον, με ενθουσίασαν και θεώρησα ότι ήταν το κλειδί για την κατανόηση του κόσμου. Δεύτερον, όταν ήμουν στο γυμνάσιο, ήμουν πολύ καλή στα Μαθηματικά και με ενδιέφερε ταυτόχρονα η Ιστορία. Τα Οικονομικά φαίνονταν ένας φυσικός τρόπος να συνδυαστούν αυτά τα ενδιαφέροντα. Τέλος, σκέφτηκα ότι αν ακολουθούσα τα Οικονομικά, δεν θα έπρεπε να φύγω στο εξωτερικό για να κάνω καριέρα, αλλά θα μπορούσα να μείνω στην Ελλάδα και να πετύχω. Είναι ειρωνικό, γιατί κατέληξα να φύγω από την Ελλάδα». Ετσι περιγράφει η Πηνελόπη Κουγιανού – Γκόλντμπεργκ, η νέα επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας, πώς αποφάσισε να ασχοληθεί με τα Οικονομικά, μια επιλογή που την οδήγησε σε μια συνεχώς ανοδική ακαδημαϊκή σταδιοδρομία.
«Τα Οικονομικά προσφέρουν έναν ειδικό φακό μέσω του οποίου ερμηνεύεται η ανθρώπινη συμπεριφορά υπό το πρίσμα της ανάλυσης κόστους – οφέλους» επεξηγεί η ελληνίδα οικονομολόγος και καθηγήτρια Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Γέιλ, μιλώντας στα «ΝΕΑ». «Παρέχουν επίσης ένα πλαίσιο για την αξιολόγηση των επιχειρημάτων και των πολιτικών με βάση το κριτήριο της αποτελεσματικότητας. Δεν μας λένε ποιους στόχους πρέπει να θέσει μια κοινωνία, αλλά λαμβάνοντας υπόψη τούς στόχους που έχει επιλέξει η κοινωνία, τα Οικονομικά παρέχουν εργαλεία για την επιλογή των δράσεων ή των πολιτικών που μπορούν να επιτύχουν αυτούς τους στόχους με αποτελεσματικό τρόπο». Τα Οικονομικά δεν εξαντλούνται, κατά την άποψή της, στο πλαίσιο της μακροοικονομικής ή της χρηματοοικονομικής. Οπως λέει στους φοιτητές της, «μπορείτε να εφαρμόσετε τα Οικονομικά για να κατανοήσετε οποιαδήποτε πτυχή της ανθρώπινης συμπεριφοράς, από τις εκπαιδευτικές επιλογές και τις επιλογές απασχόλησης έως τον γάμο, τη δημιουργία οικογένειας, την ψηφοφορία».
Η ΕΡΕΥΝΑ. Το διεθνές εμπόριο, η βιομηχανική οργάνωση και η ανάπτυξη ήταν οι τομείς που προσείλκυσαν το ενδιαφέρον της. Σταδιακά έστρεψε την έρευνά της ολοένα και περισσότερο προς τις αναπτυσσόμενες χώρες, «καθώς μερικά από τα πιο σημαντικά και προκλητικά ζητήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα αφορούν τον αναπτυσσόμενο κόσμο». Η εξειδίκευσή της στον τομέα αυτόν «έκρινε» σε μεγάλο βαθμό την επιλογή της από την Παγκόσμια Τράπεζα για τη θέση της επικεφαλής οικονομολόγου.
«Το εμπόριο είναι το κλειδί της οικονομικής ευημερίας, μια άποψη που αμφισβητείται σήμερα, αλλά καθώς προέρχομαι από μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα, για μένα τα οφέλη της εξωστρέφειας είναι προφανή» επεξηγεί στα «ΝΕΑ» η Κουγιανού – Γκόλντμπεργκ, αναφερόμενη στον τομέα του διεθνούς εμπορίου, σε μια συζήτηση που έγινε μέσω e-mail και περιορίστηκε σε ζητήματα που αφορούν τους τομείς εξειδίκευσης και την επιστημονική της εμπειρία. Οπως εξήγησε η 55χρονη οικονομολόγος, μέχρι το φθινόπωρο, οπότε θα ξεκινήσει στην Παγκόσμια Τράπεζα, δεν έχει την ευχέρεια να μιλά για τρέχοντα θέματα οικονομικής πολιτικής, αλλά ούτε για ζητήματα που αφορούν τον νέο της ρόλο.
Αναφερόμενη στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το διεθνές εμπόριο εξαιτίας των σημερινών εμπορικών εντάσεων, η διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Στάνφορντ δηλώνει: «Το εμπόριο και τα ανοιχτά σύνορα αποτελούν προϋπόθεση για την ευημερία, και όσο μικρότερη είναι μια χώρα τόσο πιο σημαντική είναι αυτή η προϋπόθεση. Αλλά το εμπόριο δημιουργεί επίσης νικητές και ηττημένους μέσα στις χώρες και η αντίδραση κατά της παγκοσμιοποίησης που βιώνουμε τώρα οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι τα οφέλη από την παγκοσμιοποίηση είναι άνισα. Οι τρέχουσες εντάσεις απειλούν τα κέρδη που επιτεύχθηκαν κατά την προηγούμενη δεκαετία». Κατά την άποψή της, το εμπόριο είναι επωφελές, γιατί είναι – επί της αρχής – δυνατόν οι νικητές να αποζημιώσουν τους ηττημένους, έτσι ώστε τελικά όλοι να είναι σε καλύτερη οικονομική κατάσταση. «Αλλά το γεγονός ότι αυτή η ανακατανομή μπορεί να συμβεί επί της αρχής, δεν σημαίνει ότι συμβαίνει στην πράξη» επεξηγεί η Κουγιανού – Γκόλντμπεργκ, η οποία έχει επίσης διδάξει στα Πανεπιστήμια Πρίνστον και Κολούμπια. «Ως αποτέλεσμα, όσοι χάνουν όταν μια χώρα ανοίγεται προς το εμπόριο προσπαθούν να μπλοκάρουν ή να αντιστρέψουν την κατεύθυνση αυτή». Κατά την Κουγιανού – Γκόλντμπεργκ, η λύση δεν είναι ο προστατευτισμός, αλλά η εφαρμογή πολιτικών ανακατανομής που επιτρέπουν σε όλους να μοιραστούν τα κέρδη.
ΤΟ ΜΕΓΑ ΕΡΩΤΗΜΑ. Οι έρευνές της επικεντρώνονται στο διεθνές εμπόριο και στις επιπτώσεις του στην ανάπτυξη και τη διανομή του εισοδήματος. Πρόκειται, όπως λέει στα «ΝΕΑ», για ένα τεράστιο ερώτημα. «Δεν πιστεύω ότι θα μπορούσαμε να θέσουμε υπό αμφισβήτηση την προϋπόθεση ότι το ελεύθερο εμπόριο συμβάλλει στην ανάπτυξη. Το ελεύθερο εμπόριο είναι ένας άλλος όρος για εξειδίκευση σε διεθνές επίπεδο και η εξειδίκευση οδηγεί σε αποδοτικότητα και ευημερία» τονίζει. «Ταυτόχρονα, η απελευθέρωση του εμπορίου δημιουργεί διαταραχές που συχνά συνδέονται με την αύξηση της ανισότητας των εισοδημάτων. Οπως είπα προηγουμένως, είναι καταρχήν δυνατή η αντιμετώπιση αυτής της ανόδου της ανισότητας μέσω κατάλληλων αναδιανεμητικών πολιτικών, αλλά αυτό δεν συμβαίνει πάντα».
Οσον αφορά τις αναπτυσσόμενες χώρες, η Κουγιανού – Γκόλντμπεργκ, η οποία ήταν από το 2011 έως την περασμένη χρονιά αρχισυντάκτρια του «American Economic Review», θεωρεί ότι «αν και υπήρξε τεράστια πρόοδος στη μείωση της παγκόσμιας φτώχειας τις τελευταίες δεκαετίες, είμαστε ακόμα μακριά από τον στόχο της εξάλειψης της ακραίας φτώχειας μέχρι το 2030». Οπως επεξηγεί, για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, χρειάζονται επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο, κινητοποίηση τεχνολογικών αλλαγών, συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα μέσω της γνώσης και του επιμερισμού των κινδύνων, ευθυγράμμιση των κινήτρων με τις τοπικές κυβερνήσεις, προώθηση πολιτικών για την καταπολέμηση της διαφθοράς και τη βελτίωση της διακυβέρνησης.