Οταν η «Γαλλία βαριόταν», όπως σημείωνε εκείνη την άνοιξη η «Monde», χείμαρροι φοιτητικοί, αντιπολεμικοί και εργατικοί κατέκλυσαν τα γαλλικά βουλεβάρτα διαψεύδοντας μέσα σε λίγες ημέρες το άρθρο της γαλλικής εφημερίδας. Μισό αιώνα μετά τον Μάη εκείνο, το Παρίσι, η Αθήνα και οι περισσότερες ευρωπαϊκές μητροπόλεις δείχνουν σχεδόν «βαριεστημένες», ενώ κανένας δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα ποια ήταν η πεμπτουσία εκείνου του ξεσηκωμού. «Ex nihilo». Από το τίποτα. Αυτή την έκφραση χρησιμοποίησε σκοπίμως προκλητικά ο Κορνήλιος Καστοριάδης για να εξηγήσει πώς γίνονται οι εξεγέρσεις – όπως μας θύμισε ο Γιάγκος Ανδρεάδης στο πλαίσιο μιας συνέντευξης για τα 50 χρόνια. Για να τονίσει πως καμία από τις διαγνώσιμες αιτίες – πολιτική αναταραχή, οικονομική κρίση, καταπιεστικό καθεστώς – δεν μπορεί να ερμηνεύσει το "68.
Υπάρχουν άραγε ανάλεκτα όσον αφορά εκείνη την περίοδο; Τι απομένει από το κορυφαίο ιστορικό συμβάν του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα; Και με πόσους διαφορετικούς τρόπους οι σουρεαλιστές έγιναν ρεαλιστές; Τέσσερις Ελληνες από τον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών που βρέθηκαν στα παρισινά οδοφράγματα αφηγούνται μικρές προσωπικές ιστορίες και κάνουν απολογισμό. Και όσο εκείνοι μας εξιστορούν, επτά στους δέκα Γάλλους αποτιμούν την κληρονομιά του Μάη θετικά, σύμφωνα με τη σφυγμομέτρηση της «Libération».  Τέσσερις Ελληνες από τον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών που βρέθηκαν στα παρισινά οδοφράγματα αφηγούνται μικρές προσωπικές ιστορίες και κάνουν απολογισμό.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ,
συγγραφέας

«Μην πάτε στην Ελλάδα φέτος. 
Μείνετε στη Σορβόννη»
Βρισκόμουν στην Ανοιξη της Πράγας από την 1η ώς τις 10 Μαΐου του 1968. Επιστρέφοντας στο Παρίσι – έμενα τότε στο διαμέρισμα του γιου της φίλης μου Μαργκερίτ Ντιράς, που έλειπε ο γιος της στην Ινδία, στο κέντρο του κέντρου του Παρισιού, οδός Τζακόμπ (στο Καρτιέ Λατέν) – απόρησα με το πλήθος που κυκλοφορούσε στους δρόμους και συζητούσαν άγνωστοι με αγνώστους. Αλλά συζητούσαν με πάθος. Πρωτοφανές στο Παρίσι της εποχής. Και βέβαια γίνονταν μάχες νεαρών, κορίτσια κι αγόρια, με τους CRS, τους ένοπλους «φλίκους» (από το γαλλικό «φλικ» – μπάτσος), άγριες, με ελαφρά και βαρύτερα τραυματισμένους, χωρίς ωστόσο νεκρούς. Κανείς δεν ήξερε ποιο ακριβώς ήταν το αίτημα της εξέγερσης. Από τα συνθήματα στις διαδηλώσεις και στους τοίχους η μυρωδιά μιας άλλης άνοιξης (αντίθετη με της Πράγας) ευωδίαζε τον αέρα.
Στην κατάληψη της Σορβόννης με πλησίασε ένας έλληνας φοιτητής. «Εσύ τι συγγραφέας είσαι; Γράψε κάτι κι εσύ στον τοίχο» μου είπε. Με πήρε το φιλότιμο κι έγραψα τότε στα γαλλικά: «Μην πάτε στην Ελλάδα φέτος. Μείνετε στη Σορβόννη». (Εννοούσα βέβαια τις διακοπές που οσονούπω θ’ άρχιζαν.) Και συμπεριλήφθηκε το σύνθημα αυτό στην ανθολογία «Οι τοίχοι έχουν το λόγο, Μάης ’68».
Στην κατάληψη του θεάτρου Οντεόν, έτυχε να περνώ από εκεί. Διευθυντής του ήταν ο διάσημος ηθοποιός και θεατράνθρωπος Ζαν-Λουί Μπαρό. Μετείχε κι αυτός στην κατάληψη. Βγαίνοντας περιτριγυρίστηκε από μια ομάδα «φλίκων» με τα κλομπ υπό μάλης. Νόμιζα ότι θα τον συνελάμβαναν.  Αντιθέτως του ζήτησαν την υπογραφή του πάνω στις ασπίδες τους. 
Τελικά τα πράγματα σοβάρεψαν όταν κι οι εργάτες μπήκαν στον χορό, χωρίς να μπλεχτούν ωστόσο με τους φοιτητές που σήκωναν οδοφράγματα στο 5ο και στο 6ο Διαμέρισμα. Ο «μαοϊκός» τότε Σαρτρ έξω από το εργοστάσιο της Ρενό, ανεβασμένος πάνω σ’ ένα βαρέλι, μιλούσε με τηλεβόα στους απεργούς που το είχαν καταλάβει. «Γιατί δεν συνελήφθη;» ρωτά ένας δημοσιογράφος το ίδιο βράδυ στην Τιβί τον Πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας Σαρλ ντε Γκολ. Κι η απάντηση του Στρατηγού: «Γιατί δεν συλλαμβάνεις τον Βολταίρο».
Ο Μάης φορτώθηκε με πολλές αναλύσεις. Με πολλά βιβλία. Καταλάβαμε τη σημασία του αργότερα: το ξέσπασμα μιας νέας γενιάς που ήταν όχι μόνο ενάντια στον Πόλεμο του Βιετνάμ, αλλά κυρίως ενάντια στη γαλλική «πλήξη» που κυριαρχούσε τα δύο τελευταία χρόνια. Τρεις φιλόσοφοι είχαν προετοιμάσει το έδαφος με τα βιβλία τους: ο Μαρκούζε, ο Γκι Ντεμπόρ και ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Κι έσπασε το ρόδι Μάη μήνα, ένας μήνας όχι «ο πιο σκληρός», αλλά «ο πιο σέκος». (Δεν βρέχει.)

ΑΛΚΗ ΖΕΗ, 
συγγραφέας
«Στην Ελλάδα ήρθαν μόνο 
οι φωνές και τα κούφια συνθήματα»

Ο Μάης του ‘68 μας βρήκε αυτοεξόριστους στο Παρίσι λόγω χούντας. Με όλα τα θέματα της επιβίωσης και όλα τα πολιτικά προβλήματα λόγω της διάσπασης του κόμματος. Και ήρθε σαν ανάσα. Κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου δεν έγραφα τίποτα, δεν είχα μυαλό για βιβλία. Η «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» έχει όμως πολλά στοιχεία από την εποχή.
 Για μένα ο Μάης ήταν αρκετά κουραστικός γιατί κατοικούσα σε ένα σπίτι στο 20ό Διαμέρισμα, μακριά από το κέντρο. Και ζήλευα όσους έμεναν στο St Germain des Pres και είχαν στα πόδια τους την εξέγερση. Εγώ δυσκολευόμουν να κατέβω. Δεν είχε συγκοινωνίες, δεν υπήρχε βενζίνη. Λυπόμουν πολύ που δεν μπορούσα να συμμετέχω αλλά με παρηγορούσε το ότι είχα πάρει μέρος σε πολλές διαδηλώσεις. Ο Γιώργος Σεβαστίκογλου (σύζυγός μου) ήταν στα οδοφράγματα με τους φοιτητές του. Θυμάμαι πως ένα Σαββατοκύριακο που επέτρεψαν να πωλείται βενζίνη, έφυγαν όλοι εκτός Παρισιού και έτσι ο Μάης σταμάτησε απότομα. 
Από την άλλη λέγαμε πως οι Γάλλοι είναι πιο σοφοί από εμάς. Δεν ήταν Δεκέμβρης ο Μάης. Δεν υπήρξε νεκρός.  Λέγαμε λοιπόν πως σταμάτησε ο Δεκέμβρης και σκοτωθήκαμε μεταξύ μας ενώ ο Μάης τελείωσε αναίμακτα. 
Το ‘68 δεν είναι δικό μας, είναι των Γάλλων. Στην Ελλάδα ήρθαν μόνο οι φωνές και τα κούφια συνθήματα.  Δεν μιλώ για το Πολυτεχνείο. Μιλώ για αργότερα. Το κομμουνιστικό κόμμα ήταν εναντίον στον Μάη. Εμείς που ήμασταν στο ΚΚΕ εσωτερικού ήμασταν πολύ δεμένοι, δεν ήμασταν εναντίον. 
Τι απομένει; Απομένουν διαφορετικές και προοδευτικές σκέψεις μέσα στα πανεπιστήμια, στις επιστήμες και στη λογοτεχνία. Και κάποια συνθήματα όπως το «Κάτω από τις πέτρες είναι η θάλασσα» ή το «Απαγορεύεται να απαγορεύσουν». 

ΓΙΑΓΚΟΣ ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ, 
ομότιμος καθηγητής Παντείου και αντιπρόεδρος του Κέντρου Κλασικού Δράματος και Θεάματος
«Οταν οι άνθρωποι και 
οι τοίχοι πήραν τον λόγο»

Η Γαλλία ήταν μια πολύ ήπια και ασφαλής χώρα εκείνη την περίοδο. Εγώ έκανα το σημαντικό επάγγελμα του νυχτερινού αφισοκολλητή. Οι αστυνομικοί με πλησίαζαν μόνο για να με ρωτήσουν αν το ρεσιτάλ που διαφημίζαμε στους τοίχους ήταν ροκ. Και αυτό συνέβαινε γιατί ο Ντε Γκολ είχε τσακίσει την Ακρα Δεξιά μέσα στην αστυνομία. Οι παρισινοί δρόμοι ήταν παιδική χαρά. Οι ζώνες της επαναστατικής θύελλας ήταν αλλού: Κίνα, Κούβα, Βολιβία, Αφρική. Στη Γαλλία υπήρχαν οι πνευματικές διεργασίες. Πρώτη φορά μιλούσαν οι άνθρωποι μαζί για Φρόιντ και Μαρξ. Για πρώτη φορά πέρασε τα γαλλικά σύνορα η σχολή της Φρανκφούρτης. Εγώ δεν μπορούσα να μετέχω φανερά στις καταλήψεις γιατί ήμουν παράνομος. Ανήκα στο Κίνημα της 20ής Οκτώβρη.  
Ο Μάης δεν έκανε μεγάλη τέχνη. Ο Μάης ήταν τέχνη. Τα γκραφίτι στους τοίχους, οι οργανοπαίχτες και οι ταχυδαχτυλουργοί στο δρόμο. Θυμάμαι μια εκπληκτική σκηνή όταν οι εξεγερμένοι που είχαν μπει μέσα στο Odeon και μαθαίνουν πως οι CRS θα επιτεθούν στο Θέατρο. Πηγαίνουν τότε στο βεστιάριο. Παίρνουν ρούχα και ψεύτικα όπλα, ξύλινα σπαθιά και χάρτινες περικεφαλαίες. Παρατάσσονται έξω από το Odeon για μάχη. Απέναντί τους παρατάσσονται οι αστυνομικές δυνάμεις. Σε τέτοιες σκηνές  πρέπει να ψάξει κανείς την τέχνη του Μάη και όχι στα φιλμ που έχουν γυριστεί. Ενας καταπληκτικός ιπποτισμός κυριάρχησε μέσα στη σύγκρουση. Θυμάμαι μια γιαγιά με το σκυλάκι της να βρίσκεται έντρομη ανάμεσα στις δυο παρατάξεις: CRS από τη μία, φοιτητές από την άλλη. Καδρόνια και κλομπ. Τότε ένα παιδί από τους εξεγερμένους την παίρνει από το χέρι, οι CRS δεν τον χτυπούν και έτσι εκείνος την οδηγεί απέναντι για να είναι ασφαλής. Αυτό μου λέει πολλά.  
Ο Μάης δεν έγινε εμφύλιος. Ηταν ένα κατόρθωμα πολιτισμού. Δεν είχε νεκρούς όπως το Πολυτεχνείο.  
Οταν άρχισαν οι καταλήψεις, οι φοιτητές κατέλαβαν και το Ελληνικό Σπίτι. Συνέβη κάτι που είχε πλάκα. Ο Νίκος Κούνδουρος ανακοίνωσε στον διευθυντή την κατάληψη στις 9 το πρωί ενώ μέχρι τις 4 τα ξημερώματα έπαιζε χαρτιά μαζί του. Εκείνος του είπε: «Δεν μου το έλεγες από το βράδυ να μαζέψω και τα πράγματα μου;».
 Τι άλλαξε εκείνον τον Μάη ; Η μεγαλύτερη αλλαγή ήταν η κυριαρχία της συνέλευσης. Οι άνθρωποι και οι τοίχοι, δηλαδή τα συνθήματα πήραν τον λόγο. Θυμάμαι ένα παιδάκι δέκα χρονών που ανέβηκε και ζήτησε τον λόγο σε μια συνέλευση. Τότε ένας φώναξε: «O λόγος στο σύντροφο μωρό!». Αυτό είναι η ψυχή του Μάη για μένα. Η  κατανομή του λόγου είναι τεράστιο κλειδί για να καταλάβουμε τι αλλάζει σε μια κοινωνία. Οταν επέστρεψα έπειτα από χρόνια στο Παρίσι, κατάλαβα πως αυτό είχε πάλι αλλάξει. 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΠΛΑΝΙΔΗΣ, 
κινηματογραφιστής
«Χαμένοι στη διανόηση 
αλλά καθόλου στη νόηση»

Βρέθηκα αυτοεξόριστος στο Παρίσι. Ξεμπάρκαρα 23 Σεπτεμβρίου με την Ολυμπιακή στο Ορλί. Σαν άλλος Τομ Σόγερ είχα πάρει το δισάκι μου για να φύγω μακριά από τον στρατοκρατούμενο τόπο. Ο Μάης του ‘68 ήτανε για μένα η Χάρλεϊ που δεν είχα. Για μένα υπάρχουν δυο Μάηδες. Ο Μάης των Γάλλων και αυτός των Ελλήνων. Θα αναφερθώ κυρίως σ’ αυτούς.
Γνώρισα και συναναστράφηκα εξόριστους διωγμένους, βασανισμένους από τη χούντα, κομμουνιστές, τροτσκιστές, μαοϊκούς, και άλλων συνιστωσών, όπως αποκαλούνται σήμερα. Πολλοί από αυτούς με φλέρταραν ιδεολογικά και με δελέαζαν να ενταχτώ. Ακόμα και η Μελίνα και ο Ντασσέν. Προσωπικώς, δεν ήμουν ποτέ μέλος σε ομάδες κομματικές, αθλητικές και όλα τα συναφή. Ημουνα ροκάς. Δεν μπορούσα να είμαι μέρος μιας ιδεολογικής, θρησκευτικής ή πολιτικής αγέλης. Ηθελα να είμαι ελεύθερος. Δηλαδή αυτό που είμαι και σήμερα. Στο Παρίσι εκείνα τα χρόνια ζούσα διπλή ζωή. Το πρωί ήμουν φοιτητής ψυχολογίας στο Cencier και πήγαινα στα οδοφράγματα, και το βράδυ σύχναζα σε μεγαλοαστικούς κύκλους ντυμένος με κουστούμι Pierre Cardin αγορασμένο από το Ατενέ στην Αθήνα, που ήταν ήδη ντεμοντέ. Θυμάμαι και κάποιους που έλεγαν πως όλοι οι Γάλλοι έχουν ένα Ντεσεβό, αλλά θέλουν μια Σιτροέν. Είχα έναν φίλο δημοσιογράφο από την εφημερίδα «Combat», πρόδρομο της «Libération», και με τη δημοσιογραφική ταυτότητα περνούσαμε όλους τους ελέγχους των CRS για φτάσουμε από το Σεν Μισέλ στο Σεν Ζερμέν για να τους επισκεφτούμε. 
Τι έμεινε από τον Μάη; Ανοιξαν οι ορίζοντες όσων από εμάς είχαμε στερηθεί τα βιβλία στην Ελλάδα. Δεν είχε πολιτική σκέψη ο Μάης. Ηταν κυρίως μια μεγάλη γιορτή φοιτητών. Και συνδικαλιστών. Ο έλληνες διανοούμενοι ήτανε χαμένοι στη διανόηση αλλά καθόλου στη νόηση μιας πραγματικότητας που έτρεχε μπροστά στα μάτια τους. Σε αντίθεση με τους Γάλλους, από τον Μαλρό μέχρι τον Σαρτρ, κι από τον Γκοντάρ μέχρι τον Τριφό.
Αυτή την περίοδο γυρίζω ένα ντοκιμαντέρ για έναν άλλο αυτοεξόριστο, τον πολυπράγμονα ακτιβιστή και συγγραφέα Τέο Ρόμβο, συνοδοιπόρο εκείνα τα χρόνια της εξέγερσης.