Αιχμή του δόρατος της αλλαγής του μοντέλου ανάπτυξης της χώρας αναμένεται να αποτελέσουν οι στρατηγικοί κλάδοι της ενέργειας, των logistics και του τουρισμού, οι οποίοι παρουσιάζουν μεγάλη δυναμική. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει η μελέτη με τίτλο «Ενέργεια, Logistics, Τουρισμός: προοπτικές των κλάδων, επενδυτικά σχέδια σε εξέλιξη και συνεισφορά τους στο ΑΕΠ».
Σύμφωνα με τη μελέτη του Φωκίωνα Καραβία, διευθύνοντος συμβούλου της Eurobank, και του δρος Τάσου Αναστασάτου, group chief economist της Eurobank – περιλαμβάνεται στο πρώτο τεύχος της επιθεώρησης «Οικονομία και Αγορές για το 2018» -, οι τρεις αυτοί τομείς έχουν ήδη προσελκύσει το ενδιαφέρον επενδυτών, ενώ σε εξέλιξη βρίσκονται επενδυτικά σχέδια συνολικού ύψους 22,4 δισ. ευρώ. Τα εξεταζόμενα έργα οδηγούν σε ορίζοντα δεκαετίας στη δημιουργία ΑΕΠ 25,2 – 31,4 δισ. ευρώ, ενώ σε ορίζοντα εικοσαετίας θα δημιουργήσουν ΑΕΠ μεταξύ 45 και 65,5 δισ. ευρώ. Σε δεκαετή ορίζοντα, μπορούν να οδηγήσουν στη δημιουργία 485.000 – 605.000 νέων θέσεων εργασίας.
Στη μελέτη επισημαίνεται ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε αναζήτηση δυναμικών και διατηρήσιμων ρυθμών ανάπτυξης για τα επόμενα χρόνια. Απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτευχθούν είναι η αλλαγή αναπτυξιακού μοντέλου, από μεγέθυνση που βασίζεται στην κατανάλωση με καύσιμο τον δανεισμό, σε ανάπτυξη με οδηγό τις επενδύσεις και τις εξαγωγές. Οι κλάδοι της ενέργειας, των logistics και του τουρισμού, σημειώνει η τράπεζα, παρουσιάζουν – πραγματικό ή και δυνητικό – συγκριτικό πλεονέκτημα για την ελληνική οικονομία, συμβάλλουν στην αλλαγή του μοντέλου ανάπτυξης, καθώς είναι εξαγωγικοί τομείς ή τομείς που υποκαθιστούν εισαγωγές, και δημιουργούν οικονομίες κλίμακας και φάσματος με άλλες εξαγωγικές δραστηριότητες.
«Η ελληνική οικονομία χρειάζεται μια καθαρή αύξηση του κεφαλαιακού της αποθέματος κατά 86 δισ. ευρώ σε τιμές 2010, μόνο για να φτάσει στα επίπεδα του 2010. Επιπλέον, η σύνθεση των επενδύσεων πρέπει να αλλάξει, με ενίσχυσή τους σε εξοπλισμό, υποδομές, έρευνα και ανάπτυξη, οι οποίες έχουν μεγαλύτερη πολλαπλασιαστική επίπτωση στο ΑΕΠ και είναι απαραίτητες για τη στροφή προς την οικονομία της γνώσης. Συνολικά, απαιτείται διατηρήσιμη αύξηση όλων των συνιστωσών των επενδύσεων, κατ" ελάχιστον στα επίπεδα του μέσου όρου της ευρωζώνης ως ποσοστού του ΑΕΠ» σημειώνει η Eurobank.
Αναφέρει μάλιστα ότι τα έργα που εξετάζονται στη μελέτη μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην επίτευξη τόσο του ποσοτικού όσο και του ποιοτικού στόχου. Καθώς πρόκειται για έργα μεγάλης κλίμακας, συνολικού ύψους περίπου 22,4 δισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές, ποσού ικανού να καλύψει περίπου το ένα τέταρτο του κεφαλαιακού κενού εν σχέσει με το 2010, παραβλέποντας τις αποσβέσεις. Δεύτερον, δεδομένων του στρατηγικού χαρακτήρα και της μεγάλης παραγωγικής τους δυναμικής, οι επενδύσεις αυτές έχουν μακροπρόθεσμα μεγάλη πολλαπλασιαστική επίδραση στο ΑΕΠ.