Ο καθηγητής και δικαστής Konrad Hesse, αναφερόμενος στην κανονιστική δύναμη του Συντάγματος, επισημαίνει ότι «από μόνο του δεν μπορεί να επιφέρει κανένα αποτέλεσμα, παρά μόνο να θέσει ένα καθήκον. Αλλά καθίσταται ενεργός δύναμη όταν αυτό το καθήκον αναλαμβάνεται… όταν… στη γενική συνείδηση και ειδικότερα στη συνείδηση όλων των υπευθύνων για τη συνταγματική ζωή είναι ζωντανή όχι μόνο η θέληση για την εξουσία, αλλά προπάντων η θέληση για Σύνταγμα».                                          
Η αναθεώρηση αποτελεί κορυφαία στιγμή στη λειτουργία του πολιτεύματος και γι" αυτό πρέπει να μην αντιμετωπίζεται ως άσκηση επί χάρτου ή ως επικοινωνιακό παιχνίδι, αλλά ως ζήτημα που επιβάλλει στοχασμό και σχεδιασμό, με βάση την ιστορική εμπειρία, με επίγνωση των διεθνών και ευρωπαϊκών εξελίξεων και με αίσθημα ευθύνης για το μέλλον της χώρας. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται ως προς τον χρόνο εκδήλωσης και το περιεχόμενο του αναθεωρητικού εγχειρήματος, ενόψει της παρούσας ιστορικής συγκυρίας που χαρακτηρίζεται αφενός από τον καθοριστικό ρόλο του εξωτερικού παράγοντα στην οικονομία και τη διαμόρφωση των θεσμών και αφετέρου από την ανησυχητική ενδυνάμωση του λαϊκισμού, της ακραίας πολιτικής ρητορικής και των διχαστικών φαινομένων που δεν παρέχουν πρόσφορο έδαφος για ψύχραιμη και σοβαρή επεξεργασία συνταγματικής πολιτικής.
Ειδικά για την αναθεώρηση στη Δικαιοσύνη, το μείζον πρόβλημα του δικαστικού συστήματος είναι η καθυστέρηση στην έκδοση αποφάσεων σε συνδυασμό με το επίπεδο ποιότητας του δικαιοδοτικού έργου. Το πρόβλημα αυτό δεν θεραπεύεται με αναθεώρηση καθώς συνδέεται πρωτίστως με τις οργανωτικές επιλογές του κοινού νομοθέτη και με τον τρόπο διαχείρισης των υποθέσεων από τους δικαστές.
Ως προς τη δικαστική ανεξαρτησία, το ισχύον Σύνταγμα περιέχει επαρκή δέσμη εγγυήσεων, η δε ρύθμιση του άρθρου 90 παρ. 5 περί επιλογής των προεδρείων των ανώτατων δικαστηρίων από το Υπουργικό Συμβούλιο, η οποία δέχεται τη μεγαλύτερη κριτική, είναι ορθή, από θεωρητική άποψη, καθώς συνιστά περίπτωση διασταύρωσης των λειτουργιών προς διασφάλιση της ισορροπίας του πολιτεύματος. Τα προβλήματα της δικαστικής ανεξαρτησίας, και ειδικότερα της ρύθμισης του άρθρου 90 παρ. 5, τις τελευταίες δεκαετίες οφείλονται, κατά κύριο λόγο, στην έλλειψη παραδόσεων στις σχέσεις κυβέρνησης, κομμάτων και Δικαιοσύνης. Παραδόσεις που πρέπει να διαμορφώνονται σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία, η οποία στηρίζεται στις αρχές του κράτους δικαίου και της δικαστικής ανεξαρτησίας, μέσα από σταθερές και μακροχρόνιες πρακτικές όλων των υπευθύνων.  
Το Συνταγματικό Δικαστήριο προβάλλεται ως πρόταση από τη δεκαετία του "90, το οποίο, όπως έχει δείξει η διεθνής εμπειρία, αποτελεί ισχυρό παράγοντα του πολιτεύματος καθώς είναι ολιγομελές με αυξημένες αρμοδιότητες που εκτείνονται και στην πολιτική ζωή, τα δε μέλη του προέρχονται από ευρύτατο κύκλο υποψηφίων, των οποίων η επιλογή ανατίθεται, συνήθως, σε πολιτικό όργανο (κυβέρνηση ή Κοινοβούλιο). Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, υπό τους ανωτέρω όρους, θα μεταβάλει την αρχιτεκτονική του πολιτεύματος, προσθέτοντας έναν ακόμα παίκτη στο πολιτικό πεδίο, και θα οδηγήσει ευθέως σε πολιτικοποίηση της Δικαιοσύνης και δικαστικοποίηση της πολιτικής. Και όλα αυτά σε μια χώρα χωρίς παράδοση συναινέσεων που χαρακτηρίζεται από κομματικές πολώσεις, διαρκή αμφισβήτηση των θεσμών και απουσία μέτρου στις κάθε είδους αντιπαραθέσεις.  
Η αναθεώρηση για τη Δικαιοσύνη πρέπει να είναι λελογισμένη και να αποσκοπεί στην επίλυση σοβαρών προβλημάτων, όπως αυτά έχουν αναδειχθεί τις τελευταίες δεκαετίες, τα οποία θέτουν σε δοκιμασία τη λειτουργία του δικαστικού συστήματος και τις εγγυήσεις της δικαστικής ανεξαρτησίας. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να επανεξεταστεί το όργανο που είναι αρμόδιο για την επιλογή των προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, το οποίο θα μπορούσε να είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ενώ είναι μάλλον σκόπιμο να μην υπάρχουν θέσεις αντιπροέδρων αλλά πρόεδροι τμημάτων των ανώτατων δικαστηρίων που επιλέγονται με ορισμένη θητεία από τις οικείες ολομέλειες.
Πρέπει επίσης να εξεταστεί η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του ΑΕΔ, το οποίο, εκτός των υφιστάμενων αρμοδιοτήτων, αναλαμβάνει τον προληπτικό έλεγχο συνταγματικότητας των ψηφισμένων νομοσχεδίων τόσο ως προς την κοινοβουλευτική διαδικασία καθώς και για τυχόν ένταξη διατάξεων άσχετων με το κύριο αντικείμενό τους όσο και για το ουσιαστικό περιεχόμενό τους. Ο έλεγχος  ασκείται έπειτα από προσφυγή κομμάτων ή βουλευτών και σε περίπτωση που εντοπιστούν προβλήματα στην κοινοβουλευτική διαδικασία, αυτή επαναλαμβάνεται. Αν το ΑΕΔ επισημάνει προβλήματα συνταγματικότητας στο περιεχόμενο των διατάξεων του νομοσχεδίου, η κυβέρνηση οφείλει να αποσύρει τις αντισυνταγματικές διατάξεις ή το νομοσχέδιο στο σύνολό του και να επανέλθει με νέες διατάξεις, αν το επιθυμεί. Το ΑΕΔ συγκροτείται από έντεκα δικαστές πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που εκλέγονται για θητεία έξι ετών. Οι εννέα είναι δικαστές από τα τρία ανώτατα δικαστήρια και εκλέγονται από τις ολομέλειες, ενώ δύο είναι καθηγητές που προτείνονται από τις νομικές σχολές, βάσει καταλόγου υποψηφίων, και επιλέγονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.  
Τέλος, με βάση τη διεθνή εμπειρία, θα μπορούσε να συσταθεί συμβούλιο Δικαιοσύνης, μεικτής σύνθεσης, με μέλη δικαστές, εκπροσώπους των άλλων δύο λειτουργιών και διακεκριμένους επιστήμονες, με συμβουλευτικές αρμοδιότητες προς την κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο για την οργάνωση και λειτουργία της Δικαιοσύνης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ζητήματα οικονομικής πολιτικής και υλικοτεχνικών υποδομών που αποτελούν το αναγκαίο υπόβαθρο για την πραγμάτωση της δικαστικής ανεξαρτησίας, όπως έχει επανειλημμένα διακηρύξει το Συμβούλιο της Ευρώπης.            
Το Σύνταγμα δεν είναι ο κύριος υπαίτιος για την κρίση και επομένως η αναθεώρηση δεν θα φέρει από μόνη της την άνοιξη στην κοινωνία, στους θεσμούς, στο κράτος, στους πολίτες, αν δεν κατακτηθούν τα αυτονόητα για μια φιλελεύθερη δημοκρατία: πολιτικές συναινέσεις, κυβερνητική σταθερότητα, δημόσιες πολιτικές με βάθος χρόνου και μεταρρυθμιστική προοπτική χωρίς συμβιβασμούς. Τα ανωτέρω προϋποθέτουν το τέλος της επικυριαρχίας του ατομικού, του συντεχνιακού και του κομματικού συμφέροντος έναντι του κοινού καλού. Αν δεν αλλάξουν οι όροι άσκησης της τρέχουσας πολιτικής, η αναθεώρηση είναι καταδικασμένη να αποτύχει, γιατί δεν θα υπάρχει θέληση των υπεύθυνων παραγόντων για Σύνταγμα, αλλά μόνο θέληση για εξουσία.            
Ο Μιχάλης Ν. Πικραμένος είναι σύμβουλος Επικρατείας – αναπληρωτής καθηγητής της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης