Υπάρχουν πολλές σχολές δημοσιογραφίας. Ολες όμως κινούνται βασικά ανάμεσα σε δύο πόλους. Τον έναν τον εκπροσωπούσε, μεταξύ πολλών άλλων, ο Σαχ Μαράι, επικεφαλής φωτογράφος του Γαλλικού Πρακτορείου στην Καμπούλ και ένα από τα θύματα της προχθεσινής βομβιστικής επίθεσης του Ισλαμικού Κράτους. Ο αφγανός φωτορεπόρτερ δεν εγκατέλειψε ποτέ τη χώρα του, ούτε όταν την κυβερνούσαν οι Ταλιμπάν – απαγορεύοντας και τις φωτογραφίες – ούτε όταν σπάραζε μετά την αμερικανική εισβολή. «Δεν υπάρχει πια ελπίδα» έλεγε συχνά. Αλλά έμενε εκεί και αποτύπωνε τον ανθρώπινο πόνο, ακολουθώντας πιστά τις αρχές του επαγγέλματός του.
Η τελευταία του ανάρτηση στη σελίδα του στο Facebook ήταν μια φωτογραφία του πίσω από ανθισμένα ανοιξιάτικα τριαντάφυλλα. Η λεζάντα έγραφε: «Υπέροχα τριαντάφυλλα στον κήπο μας».
Εκπρόσωπος του άλλου πόλου, μεταξύ πολλών άλλων φυσικά, ήταν ο Γιώργος Κουρής. Υπήρξε ασφαλώς πιστός στη δημοσιογραφία μέχρι τέλους, όπως είπε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Και άφησε το δικό του ιδιαίτερο αποτύπωμα. Το θέμα είναι ποια δημοσιογραφία και ποιο αποτύπωμα. Ο υβριστής του Χατζιδάκι, του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, του Κύρκου, του Χριστοδουλίδη, του Μπακογιάννη και του Σημίτη, ο άνθρωπος που έβαζε τίτλους για την εβραϊκή κυριαρχία και δημοσίευε γυμνές φωτογραφίες της πρωθυπουργικής συζύγου, ο εκδότης που άλλαζε τοποθέτηση ανάλογα με τα οικονομικά του συμφέροντα, θα μείνει στην Ιστορία αυτού του μικροσκοπικού τόπου ως ο δημιουργός του αυριανισμού.
Ενα τέτοιο φαινόμενο, εκτός από τον δημιουργό του, χρειάζεται φυσικά και το κοινό του. Η Αυριανή δεν έφτασε τα 250.000 φύλλα επειδή μοίραζε κουπόνια για το σουπερμάρκετ, αλλά επειδή ο «σπάνιας ποιότητας» εκδότης της – όπως τον χαρακτήρισε διαπρεπής συνάδελφος – δημοσίευε πράγματα που ενδιέφεραν και ενδιαφέρουν μια κατηγορία αναγνωστών. Αναγνωστών που μπορεί να διαλαλούν ότι είναι προοδευτικοί, ηδονίζονται όμως με τον ρατσισμό, τον αντισημιτισμό και τον σεξισμό. Συμπολιτών μας που μπορεί να δηλώνουν στους φίλους τους ότι αγαπούν την τέχνη, αλλά σκάνε στα γέλια όταν διαβάζουν για τον «κίναιδο Χατζιδάκι», τον «Βρωμοϊόλα» και τον «Κλεφτοτσαρούχη».  
Περιλαμβάνονται άραγε σε αυτή την κατηγορία και κάποιοι από τους σημερινούς κυβερνώντες; Πολύ πιθανό, αν κρίνουμε από τις αντιδράσεις τους. Μεγαλύτερη σημασία όμως από τη στάση κάποιου απέναντι σε έναν νεκρό – είτε «δεδικαίωται» είτε όχι -, έχει η στάση του απέναντι σε αυτό που εκπροσωπούσε. Γιατί εν τέλει η απόσταση ανάμεσα στους χαρακτηρισμούς «άνθρωπος των Ναζί» και «ναρκέμπορος» είναι πολύ μικρότερη από τα τριάντα τρία χρόνια που τους χωρίζουν.
   Τελικά ποιος νίκησε; Ο Χατζιδάκις ή ο Κουρής; Το ερώτημα είναι άτοπο. Η μάχη ανάμεσα στις δύο σχολές θα είναι διαρκής, γιατί διαρκής είναι και η «κοινοτοπία του χυδαίου». Ενα είναι βέβαιο: όσο θα υπάρχουν άνθρωποι σαν εκείνο τον αφγανό φωτογράφο με τα έξι παιδιά και τα τέσσερα τυφλά αδέλφια, που ριχνόταν στη φωτιά γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχε ελπίδα, για μας ελπίδα θα υπάρχει. Ελπίδα και τριαντάφυλλα.