Ο λόγος για τη δικαστική ανεξαρτησία. Μια θεμελιώδης αρχή του κράτους δικαίου που συνδέεται προεχόντως με την ισχύ και την ουσιαστική εφαρμογή της διάκρισης των τριών πολιτειακών λειτουργιών. Μια συνταγματική εγγύηση που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο στο οικοδόμημα της Δικαιοσύνης. Μια καθημερινή απαίτηση των πολιτών αλλά και των δικαστών.
Οι παράγοντες που επιβουλεύονται τη δικαστική ανεξαρτησία μπορούν να διακριθούν σε εξωτερικούς και εσωτερικούς. Η πολιτική εξουσία, η κοινή γνώμη, οι επαγγελματικές ομάδες, οι συγγενείς και φίλοι του δικαστή αναφέρονται ως συνήθεις εξωτερικοί παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τη δικαιοκρισία. Η κοσμοθεωρία, οι πολιτικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις, οι προσωπικές φιλοδοξίες είναι εσωτερικοί παράγοντες του δικαστή που απαιτούν εκ μέρους του αυτογνωσία κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Η έλλειψη αυτογνωσίας υποσκάπτει ανεπίγνωστα τη δικαστική ανεξαρτησία και συναντάται, δυστυχώς, ακόμη και σε έμπειρους δικαστικούς λειτουργούς.
Είναι προφανές ότι μια συνταγματική επιταγή δεν είναι ικανή να χαλιναγωγήσει τους εσωτερικούς ανθρώπινους παράγοντες. Εδώ απαιτείται υπέρβαση από τον ίδιο τον δικαστή. Σε ποιο, όμως, βαθμό μπορεί να θωρακίσει τη δικαστική ανεξαρτησία; Το ερώτημα καθίσταται επίκαιρο ενόψει της εξαγγελλόμενης συνταγματικής αναθεώρησης.
Περιττεύει να υπενθυμίσω ότι η ελληνική συνταγματική τάξη έχει εξοπλίσει, ήδη από το 1911, την προσωπική ανεξαρτησία των δικαστών με θεσμικές εγγυήσεις που δεν απαντώνται πάντοτε σε άλλα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ισοβιότητα, ανώτατα δικαστικά συμβούλια). Παρά ταύτα, έχει αναχθεί σε μείζον ζήτημα η ανάγκη συνταγματικής μεταβολής του τρόπου επιλογής του προεδρείου των ανώτατων δικαστηρίων. Κατά την επικρατούσα αντίληψη, η επιλογή του προέδρου και των αντιπροέδρων από το Υπουργικό Συμβούλιο δημιουργεί εξάρτηση του δικαστικού σώματος από την εκτελεστική εξουσία, διότι η επιλογή γίνεται με κομματικά και όχι αξιοκρατικά κριτήρια.
Δεν συμμερίζομαι την καλλιεργούμενη άποψη ότι, με μόνη τη συνταγματική μεταβολή της διαδικασίας επιλογής, θα επιλυθούν, ως διά μαγείας, τα μεγάλα προβλήματα απονομής της δικαιοσύνης, όπως είναι η βραδυδικία και η συμφόρηση των πινακίων. Δεν αρνούμαι, όμως, ότι το ισχύον συνταγματικό καθεστώς επιτρέπει κυβερνητικές επιλογές που πλήττουν ευθέως την εύρυθμη λειτουργία των ανώτατων δικαστηρίων και εμμέσως τη δικαστική ανεξαρτησία.
Η παράλειψη προαγωγής δικαστών στα προεδρικά κλιμάκια προκαλεί προβλήματα σε διοικητικό και προσωπικό επίπεδο, όταν επιχειρούνται επιλογές με κατάφωρη παραβίαση της αρχαιότητας και παράλειψη προσώπων ικανότερων ή εξίσου ικανών με τον επιλεγέντα. Οι παραλειπόμενοι της προαγωγής δικαστές δεν δέχονται να συνεδριάζουν υπό την προεδρία συναδέλφων που ήταν κατά την προαγωγή νεότεροί τους στην επετηρίδα. Παράλληλα, δημιουργείται ένα νοσηρό κλίμα που διαταράσσει τις επαγγελματικές σχέσεις, δηλητηριάζει τις προσωπικές και παρακωλύει την ομαλή λειτουργία του δικαστηρίου.
Δεν είναι βέβαιο αν θα προχωρήσει η εξαγγελθείσα συνταγματική αναθεώρηση, η οποία προϋποθέτει ένα minimum συναίνεσης μεταξύ των  πολιτικών κομμάτων. Καθόσον αφορά, πάντως, το επίμαχο θέμα της επιλογής στα προεδρικά αξιώματα, έχουν προταθεί διάφορες λύσεις. Ολες οι προτάσεις παρουσιάζουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα που δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθούν στο παρόν άρθρο. Τρεις, πάντως, προτάσεις πρέπει να αποκλεισθούν: α) εκλογή και του προέδρου από την ολομέλεια του δικαστηρίου, β) εκλογή ή υπόδειξη από εκλεκτορικό σώμα και γ) ετήσια εκ περιτροπής άσκηση προεδρικών καθηκόντων κατά σειρά αρχαιότητας.
Η πρώτη αναβαθμίζει πλήρως σε θέση υπεροχής τη δικαστική εξουσία έναντι των δύο άλλων και δεν απαντάται σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Η δεύτερη μεταθέτει την ευθύνη της επιλογής σε ένα πολιτικά ανεύθυνο όργανο και συνεπάγεται κίνδυνο δημιουργίας πολλαπλάσιων εξαρτήσεων. Η τρίτη παραγνωρίζει τον κίνδυνο ακαταλληλότητας του συγκεκριμένου εκάστοτε προσώπου για τη διεύθυνση του δικαστηρίου, υποβαθμίζει τον πρόεδρο σε ετήσιο διαχειριστή και τελικά μειώνει το κύρος του δικαστηρίου.
Αναμένοντας τη συνταγματική αναθεώρηση, μπορούν στο μεσοδιάστημα να θεσπισθούν νομοθετικά μέτρα, τα οποία θα οδεύουν προς τον επιθυμητό στόχο της αναδείξεως του προεδρείου των ανώτατων δικαστηρίων με αξιοκρατικά κριτήρια. Ο Οργανισμός των Δικαστηρίων, όπως τροποποιήθηκε το 2010, εμπλέκει σε μια διαδικασία προεπιλογής το Κοινοβούλιο, το οποίο καλείται να διατυπώσει απλή (μη δεσμευτική) γνώμη προς το Υπουργικό Συμβούλιο. Η  νομοθετική αυτή ρύθμιση παρίσταται ελλιπής διότι δεν προβλέπει αντίστοιχη γνωμοδοτική αρμοδιότητα της ολομέλειας του οικείου δικαστηρίου. Η ολομέλεια είναι η πλέον αρμόδια από κάθε άλλο όργανο να εκτιμήσει την ικανότητα των υποψηφίων για την άσκηση προεδρικών καθηκόντων.  
Προτείνω, λοιπόν, να γνωμοδοτεί η ολομέλεια με μυστική ψηφοφορία των μελών της για την επιλογή των αντιπροέδρων. Η γνωμοδότηση δεν πρέπει να γίνεται με προεπιλογή πολλαπλάσιου αριθμού υποψηφίων, αλλά με βάση την επετηρίδα μεταξύ των εχόντων τα τυπικά προσόντα δικαστών. Το ίδιο πρέπει να ισχύσει και για τη γνωμοδότηση του Κοινοβουλίου. Η διαδικασία προεπιλογής με πολλαπλάσιο αριθμό υποψηφίων, που υποδεικνύονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, είναι ατυχής, αφού και τη διακριτική ευχέρεια του Κοινοβουλίου ψαλιδίζει και προκαλεί πρόωρες δυσμενείς κρίσεις.
Οι αντιπρόεδροι έχουν ως κύριο έργο τη διεύθυνση των διασκέψεων ενός δικαστικού σχηματισμού. Τα μέλη του έχουν αυξημένο υπηρεσιακό ενδιαφέρον να επιλέγουν τον καταλληλότερο συνάδελφό τους. Ετσι δεν αναμένεται ότι θα δημιουργούνται ομαδοποιήσεις ή ότι θα επικρατούν αντιλήψεις ιδιοτελούς σκοπιμότητας. Η ορθή εφαρμογή της προτεινόμενης γνωμοδοτικής διαδικασίας θα υποχρεώσει το Υπουργικό Συμβούλιο να αποφασίζει με σωφροσύνη και περίσκεψη.
Η παραπάνω ρύθμιση, που δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, συνταγματικό κώλυμα, προτείνεται μόνο για τους αντιπροέδρους, διότι η γνωμοδότηση για τον  πρόεδρο ενέχει τον κίνδυνο να διαταραχθεί το πνεύμα συνεργασίας των μελών του δικαστηρίου. Το Υπουργικό Συμβούλιο, κατά την επιλογή του προέδρου, θα υπόκειται σε σοβαρό πολιτικό έλεγχο, αν παρακάμπτει αντιπροέδρους που θα έχουν ήδη την αποδοχή των συναδέλφων τους. Η εφαρμογή της προτεινόμενης ρύθμισης αποτελεί συγχρόνως μια γενική δοκιμή για τη συνταγματική αναθεώρηση, υπό την έννοια ότι παρέχεται η ευκαιρία να αξιολογηθεί κατά πόσο πρέπει να εμπλέκεται το ίδιο το δικαστήριο στην ανάδειξη του προεδρείου του.
Η ανθρώπινη συμπεριφορά καθοδηγείται, δεν εκβιάζεται από τον νομοθέτη. Η παρρησία, η αυτογνωσία, η ευθυκρισία είναι αρετές που πρέπει να κοσμούν τον δικαστικό λειτουργό. Οι όποιες συνταγματικές και νομοθετικές ρυθμίσεις είναι πάντοτε καλοδεχούμενες, αλλά δεν πρέπει να θεωρούνται πανάκεια. Η δικαστική ανεξαρτησία διασφαλίζεται πρωταρχικά από το ελεύθερο φρόνημα του δικαστή.
Ο Χρίστος Γ. Γεραρής είναι επίτιμος πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας