Μια ωραία ιστορία, ένας σκύλος και μπόλικο χιούμορ αρκούν για να ανάψουν οι προβολείς στην άλλη – και τόσο ανταγωνιστική – πλευρά του Ατλαντικού. Αυτά θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ήταν τα βασικά υλικά της πρώτης ταινίας μεγάλου μήκους «Φυγαδεύοντας τον Χέντριξ» του κύπριου κινηματογραφιστή Μάριου Πιπερίδη, που κατάφερε να αποσπάσει το πρώτο βραβείο στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Τραϊμπέκα, το οποίο δημιούργησαν οι Ρόμπερτ ντε Νίρο, Τζέιν Ρόζενταλ και Κρεγκ Χάτκοφ το 2001. «Για τη μοναδική, κωμική διερεύνηση μιας πολύπλοκης και παράλογης πολιτικής κατάστασης, δοσμένης με έναν τρόπο καθαρό, προσωπικό, συναρπαστικό…», όπως ανακοίνωσε η κριτική επιτροπή, που αποτελείται από τους Florence Almozini, Martha Coolidge, Andre Holland, Haifaa al Mansour και Ray Liotta.
Ο παραπλανητικός τίτλος της ταινίας «κρύβει» την ιστορία ενός μουσικού που η ζωή δεν του τα έφερε όπως ήθελε. Με την επαγγελματική και την προσωπική του ζωή να έχει πάρει την κατιούσα, ο Γιάννης – κατά κόσμον Αδάμ Μπουσδούκος – βρίσκει στήριγμα στον τετράποδο φίλο του Τζιμ. Αλλά και αυτός δεν του ανήκει ολοκληρωτικά αφού τον είχαν μαζί με την πρώην σύντροφό του, την οποία υποδύεται η Βίκυ Παπαδοπούλου. Με την πλάτη στον τοίχο, χωρίς λεφτά και αγάπη, αποφασίζει να πάρει τον σκύλο του και να εγκαταλείψει την Κύπρο. Ομως ο Τζιμ δραπετεύει προς την τουρκοκρατούμενη πλευρά του νησιού και εδώ ξεκινάει η περιπέτεια του Γιάννη να τον φέρει πίσω. Δεν είναι καθόλου εύκολο, αφού η ευρωπαϊκή νομοθεσία απαγορεύει τη διέλευση ζώων από τα Κατεχόμενα στις ελεύθερες περιοχές.
Η ΒΙΚΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ. Κάπου εδώ μπαίνει στην ιστορία η Βίκυ Παπαδοπούλου: «Τον σκύλο τον είχαμε πάρει μαζί με τον Γιάννη, αλλά τον κράτησε εκείνος μόλις χωρίσαμε. Οταν ο σκύλος το έσκασε, ο Γιάννης απευθύνθηκε πάλι σε μένα για να τον βοηθήσω να τον φέρουμε πίσω. Γνώριζα μυστικές – ας πούμε – διαδρομές όπου δεν θα μας έπιαναν. Τα υπόλοιπα θα τα δείτε στην ταινία» λέει η ηθοποιός στην τηλεφωνική μας επικοινωνία. Ομως οι πιο έντονες αναμνήσεις για την πρωταγωνίστρια αφορούν τους δύο τούρκους συμπρωταγωνιστές της: τον Özgür Karadeniz, ο οποίος ζει μόνιμα στο Αμβούργο, και τον Fatih Al, που μένει στην Κωνσταντινούπολη. «Ο Fatih είχε πρόβλημα με τη βίζα του. Επρεπε να έρθει στην Ελλάδα και μετά να ταξιδέψει για την Κύπρο. Ηρθε στα γυρίσματα λίγο μαγκωμένος, αλλά λύθηκε όταν   ένιωσε την αγάπη και την τρυφερότητα από όλους μας. Αυτό μπορεί να μην έχει αποτυπωθεί από τις κάμερες, αλλά το συμπέρασμα είναι σπουδαίο: ο τόπος όπου ζεις και μεγαλώνεις δεν σου δίνει τους πραγματικούς λόγους που συνδέεσαι με τους συνανθρώπους σου. Η ανάγκη για αγάπη και επαφή θα είναι πάντα το ζητούμενο. Και η τέχνη θα μας το θυμίζει όποτε και όπως μπορεί». Η ταινία είναι μια ευρωπαϊκή συμπαραγωγή ανάμεσα στην Ελλάδα, την Κύπρο και τη Γερμανία, με την υποστήριξη του Eurimages, Creative Europe και SEE Cinema Network.