Σίγουρα η αμερικανίδα πεζογράφος Κάρσον Μακ Κάλερς θα είχε υπόψη της ένα άλλο καφενείο γράφοντας το γνωστό μυθιστόρημα της «Η μπαλάντα του λυπημένου καφενείου» (μεταφρασμένου αριστοτεχνικά από τον Μένη Κουμανταρέα) σε σχέση με τα δύο απεικονιζόμενα στη φωτογραφία καφενεία που σχολιάζει η δική μας εξαίρετη πεζογράφος Εύα Μαθιουδάκη. Οση απόσταση όμως και αν χωρίζει γεωγραφικά, πολιτισμικά και ανθρώπινα τα τρία αυτά καφενεία, αισθάνεσαι την κατακλείδα του κειμένου να περιλαμβάνει μέσα της κάθε καφενείο οπουδήποτε κι αν έχει υπάρξει

Τι προηγείται άραγε; Το κλικ της φωτογραφικής μηχανής ή η αντήχησή του στην καρδιά του φωτογράφου; Εκανε θόρυβο χαρακτηριστικό αυτό το κλικ-κλικ και άνθρωποι εμφανίζονται μπροστά μας από τρεις πλευρές: άνθρωποι μακρινοί, άνθρωποι κοντινοί, ο δρόμος κατά τα δυο του άκρα και στη μέση η γυναίκα, στο ίδιο ύψος, στην ίδια κορυφογραμμή με το ασκεπές κεφάλι του γιου και το κεφαλομάντιλο του συζύγου… αυτός είναι ο κανόνας. Αν υπάρχουν βέβαια κανόνες. Οι καταφάσεις των αντιφάσεων.

Πατούλιες, πατούλιες οι παρέες και η γυναίκα ξεπηδά μέσα από αυτή την ομοιομορφία, αν όχι αγέρωχη, σίγουρα σίγουρη.
Ο δρόμος ανάμεσα σε δυο τοίχους ονομάζεται συνήθως στενό, αλλά ο χειμερινός ήλιος το φωτίζει με σκιές στις εμφανείς ασβεστωμένες προσόψεις. Η απεραντοσύνη του ήλιου αφέντη σε τούτο εδώ το στενό: στο καθαρό και στο θολό. Και είναι το φως που ορίζει προς τα πού πρώτα θα στρέψουμε το βλέμμα μας και πού δεύτερα. Η γυναίκα στο κέντρο όπως αρμόζει με τη μακριά φούστα και την υφαντή γκριζοκόκκινη ποδιά. Στο κέντρο με τη θέλησή της να διευθετεί συμπεριφορές, από τη μια εντείνοντας τη διάχυτη εγρήγορση που έχει καταγράψει ο φακός και, από την άλλη, χαλαρώνοντας την αίσθηση του θεατή ως βίωμα οικείο. Γυναίκα – σύμβολο που οριοθετεί το εδώ και το εκεί γύρω από το μοναδικό αυτόνομο και αυτόβουλο κέντρο της, αυτό της εστίας. Αυτή και ο εαυτός της ένα και το αυτό, «ohnewennundaber». 
Δεν υπάρχουν δένδρα ούτε πόες. Μόνο μια κρεβατίνα ασκεπής, με πυκνούς αποστεωμένους κλώνους, κόμπους και φλούδες, λέπια ετοιμόρροπα. Με το καλά κρυμμένο σφρίγος της να καρτερεί: ευάλωτη με τρυφερά φύλλα την άνοιξη, πράσινη και σκληρή το θέρος. Θα την κουράζει την καφετζίνα το μάζεμα των φύλλων το φθινόπωρο, όταν ανεμίζει χωρίς βροχή και σείονται οι πρόχειροι πάσσαλοι. Μπελάς, γλυκός όμως,ο καρπός της το καλοκαίρι. Γλυκό, πικρό, σαν τον καφέ στο χοντρό φλιτζάνι.
Οποιος κοιτά με διεισδυτικότητα βλέπει πρώτα τις ψυχές. Ψυχές που φανερώνονται με το όσο τόσο της πνοής τους. 
Η εξέλιξη της φωτογραφίας ακολούθησε αυτή των σιδηροδρόμων, των αυτοκινήτων. Οι στημένες, χρονοβόρες πόζες αντικαταστάθηκαν από τα snapshots και η φωτογραφία ξεπέρασε γρήγορα σύνορα, γεωγραφικούς περιορισμούς, ταξικές διαφορές, ανθρώπους: μια φύση κι ένα λαό. Snapshot λοιπόν και το πόδι της κυράς πιάστηκε στο σταθερό βηματισμό του.
Τα καφενεία σε απόσταση 50 μέτρων το ένα από το άλλο. Πολιτική αντιπαλότητα; Συγγενικές διαφορές; Ποιος ξέρει, συνήθως και τα δύο.
Και είναι χειμώνας. Χειμώνας ήπιος και γλυκύς. Πανωφόρι δε φορεί σχεδόν κανείς. Η γυναίκα στο βάθος λιάζεται ακουμπισμένη στον τοίχο, αδιαφορεί. Θα έχει αγγίξει την ηλικία που της επιτρέπονται αυτού του είδους οι μικρές απολαύσεις. Μια άλλη νεότερή της στρέφει το βλέμμα και κοιτάζει με περιέργεια προς τον φακό.
Θα "ναι Κυριακή. Την Κυριακή οι κυράδες δεν πιάνανε ούτε βελονάκι ούτε κέντημα ούτε αργαλειό. Και ρούχα αν είχε τύχει να πλύνουν τη χθεσινή τα μαζεύανε νωρίς πριν σημάνει ο εσπερινός. Και ό,τι ήταν καμωμένο καλώς ήταν καμωμένο. Τα τηρούσανε αυτά, όπως τραβούσανε τις άκρες των σεντονιών με μανία να ισιώσουν, να αποφύγουν το σίδερο, αρκετή ήταν η σκάφη.
Ομως το φαΐ το έστηναν την πρωινή στην παραστιά, όπως και το φύλλο για τις πίτες στον στρογγυλό σοφρά. Κάτι πιο καλό την Κυριακή. Η λαίλαπα του πολέμου απομακρυνόταν σιγά σιγά. Μια όρνιθα ή ένα κουνελάκι στο τηγάνι και πιταράκια με χόρτα ή με λαδοτύρι. Οταν δεν έχουν φύλλα τα κλαδιά έχει η γη αγριόχορτα: βρουβάσταχα τα λένε και άγρια πρασάκια και ασκολύμπρους. Τους ασκολύμπρους τούς τρώνε με το κρέας. Στην Κρήτη δεν τρώει κανείς κρέας με ασκολύμπρους, ούτε κρέας με μελιτζάνες, Πάντα το κρέας λίγο. Στην Κρήτη τρως μελιτζάνες με το κρέας, ραγού επί το επισημότερο δηλαδή.
Πλούσια η γη και η ζωή στον ίδιο αδιατάραχτο κύκλο: ο άνδρας στο καφενείο με τον πατέρα ή τον θείο του. Σήμερα είχαν πάρει μαζί και το κοπέλι. Κάθονται εκεί ήρεμοι, χωρίς έννοια, όμορφοι. Ο Κρητικός έχει τη γνώση του κενού, του μάταιου. Εχει μια εσωτερικότητα που δεν αναλώνεται σε σχέδια μακροπρόθεσμα. Το αύριο είναι κοντά στο σήμερα, στο τώρα. Μιλάει και γελάει χωρίς επιστροφή.
Σε λίγο με την παρότρυνση της κεράς θα επιστρέψουν στο σπίτι για να φάνε. Κουράστηκε και το κοπέλι αγκαλιά και δεν κάνει. Παίζει με ένα παιχνιδάκι. Αγόρι, κορίτσι, δεν ξέρεις. Είναι η ηλικία ακόμη αδιάφορα αδιαμόρφωτη. Ο νιος μιλεί και κοιτάζει μακριά, ο γέρος σιγουρεύεται ότι ούτε το κεφαλομάντιλο ούτε η μπαστούνα δίπλα του θα τον προδώσουν. Και η σημαία πάνω τους με το γαλανόλευκο κοντάρι θα μείνει σε αχρηστία για πολλά χρόνια ακόμη. Εχει ο Θεός.
Εστιάζει κι ο φακός… ξέρεις ότι από τη μια στιγμή στην άλλη όλα μπορούν να γίνουν ανυπόφορα, όπως ένα άλογο που πετά χάμω ξαφνικά τον αναβάτη του, τώρα όμως όλα είναι καλά. Μόνο τούτη η γυναίκα ίσως με την ήρεμη δύναμη ξέρει να διαβάζει τις μικρές μικρούτσικες προειδοποιήσεις, τα σύννεφα στον ορίζοντα και να ανησυχεί.
Μια φωτογραφία και όλα όσα ξέραμε νάτα που ξαναμπαίνουν σε τάξη, σε σειρά. Και το παρελθόν γίνεται με όλη την ένταση παρελθόν, και τώρα και αύριο μαζί.  
Για την ομορφιά λοιπόν και για εκείνους τους χαμένους ρυθμούς ενός σύμπαντος τόσο μακρινού και τόσο κοντινού ταυτόχρονα…