Αν ο Φλωρεντινός Πότζο Μπρατσολίνι (1380-1459) δεν είχε ανακαλύψει τον χειμώνα του 1417 στη βιβλιοθήκη ενός γερμανικού μοναστηριού το χαμένο επί δεκατρείς αιώνες πλήρες χειρόγραφο του έργου του Λουκρήτιου «Περί Φύσεως» (De rerum natura), το μοναδικό που είχε σωθεί από τη φθορά του χρόνου, το όνομά του θα είχε ξεχαστεί. Οπως έχει ξεχαστεί ότι ιδιοφυής αντιγραφέας και καλλιγράφος είναι εκείνος που χάραξε την πλάγια ιταλική γραμματοσειρά και, σε συνεργασία με τον φίλο του Νικολό ντε Νικόλι, τα «ρωμαϊκά» γράμματα, τα γνωστά roman των υπολογιστών. Δείγμα της πολύμορφης ιταλικής Αναγέννησης, στα πενήντα έξι χρόνια του χώρισε την επί πολλά έτη επίσημη ερωμένη του και μητέρα δεκατεσσάρων παιδιών του για να παντρευτεί τη δεκαοκτάχρονη αριστοκρατικής καταγωγής Σελβάτζια ντελ Μπουοντελμόντι και να αποκτήσει πέντε γιους και μία κόρη. Μανιώδης επιστολογράφος, διασώζονται 588 επιστολές του προς 172 παραλήπτες, ένας από τους οποίους ήταν ο Πετράρχης, άξιος ποιητής και αξιότερος βιβλιοθήρας, που μυριζόταν ξεχασμένα αρχαία κείμενα, γραμμένα σε παπύρους, περγαμηνές και παλίμψηστα, καταχωνιασμένα εδώ και εκεί και πλήρωνε ειδικούς αντιγραφείς για να ετοιμάσουν αντίγραφα προς διανομή σε φίλους λογίους και σε ευγενείς, με τα οποία θα κοσμούσαν τις απέραντες βιβλιοθήκες τους. Στην υπηρεσία επτά παπών ο Πότζο, από την τρυφερή ηλικία των εννέα ετών ώς δύο χρόνια πριν από τον θάνατό του, έφτασε, δίχως να συμβιβαστεί με το «Ψευτοκομείο» της Αγίας Εδρας, στην προνομιακή θέση του εξ απορρήτων γραμματέα του πάπα Ιωάννη ΚΓ", πριν αυτός εκπέσει του θρόνου του Αγίου Πέτρου, καταδικασμένος από τους αντιπάλους του για σωρεία ατοπημάτων κατά την μακρά περίοδο λήξης του σχίσματος της Καθολικής Εκκλησίας (ένας πάπας στην Αβινιόν, άλλος πάπας στη Ρώμη). Φίλος του Αρετίνο, του Βερονέζε και πολλών άλλων προσωπικοτήτων της πολιτικής και της τέχνης, προστατευόμενος και συνομιλητής των Μεδίκων, έγραψε φιλοσοφικές διατριβές και πραγματείες για σειρά ιστορικών, πολιτικών και κοινωνικών θεμάτων. Ανάμεσα σε αυτά τα έργα ξεχωρίζει και σχολιάζεται ώς τις μέρες μας μια «Βίβλος Ευτράπελων», δηλαδή πορνογραφικών αφηγήσεων, γραμμένη σε υπέροχα λατινικά, που υπογραμμίζει, μεταξύ των άλλων, ότι  φιλήδονοι ιερωμένοι «εκπαιδεύουν τα σκυλιά να τους γλείφουν τα αχαμνά για να ξυπνούν τις επιθυμίες».

Παρέκκλιση από τη μοίρα
Καθώς ο ανθρώπινος βίος ακολουθεί την ευθύγραμμη τροχιά της λήθης, η περίπτωση του Πότζο αποτελεί μια «παρέγκλιση», δηλαδή μια παρέκκλιση από αυτήν τη μοίρα, μια έξοδο στην εφαπτομένη, σε μια διχάλα, η οποία υπήρξε ωφέλιμη για τον πολιτισμό, σε τέτοιο βαθμό ώστε να υποστηρίζει ο Στίβεν Γκρίνμπλατ (1943) πως η ανακάλυψη, η χειρόγραφη αντιγραφή και η κατοπινή τυπογραφική διάδοση και μελέτη του έργου του Λουκρήτιου τροφοδότησε την Αναγέννηση, ενέπνευσε στοχαστές όπως ο Τζορντάνο Μπρούνο και ο Μονταίνιος, διαμόρφωσε τη σκέψη του Τόμας Μορ, του Γαλιλαίου και του Φρόιντ, φτάνοντας στον Δαρβίνο και τον Αϊνστάιν. Με άλλα λόγια, στην περίπτωση του Πότζο ίσχυσε η ρήση του Πασκάλ «δεν θα με αναζητούσες αν δεν με είχες βρει»: ο Λουκρήτιος τον είχε βρει την στιγμή που τον αναζητούσε. Η «παρέγκλιση» του Πότζο ήταν επιτυχής «παρέγκλιση» του Λουκρήτιου.
Τι πρέσβευε ο Λουκρήτιος στους 7.400 στίχους του «Περί Φύσεως»; Οπαδός του Επίκουρου, υποστήριζε πως οι θεοί δεν ασχολούνται με τα ανθρώπινα και δεν δημιούργησαν τον υπαρκτό κόσμο, ο οποίος είναι μια σύνθεση ελάχιστων σε μέγεθος στοιχείων. Αυτά τα άτομα κινούνται αέναα και κατά τύχη μέσα στο χάος, μια  κίνηση που προκαλεί παρεκκλίσεις από την ευθεία και κανονική διαδρομή τους, οπότε συγκρούονται το ένα με το άλλο. Η ζωή είναι ένα από τα αποτελέσματα των κατά παρέκκλιση συγκρούσεων, καθώς έτσι τα άτομα συνδέονται μεταξύ τους και διαμορφώνουν σώματα ικανά να βλέπουν και να αναπνέουν, μια διαδικασία που υπόκειται όμως στις μεταβολές του χρόνου. Σε κάποια χρονική στιγμή, λοιπόν, τα άτομα θα διασπαστούν και θα συνεχίσουν την αέναη διαδρομή τους στο χάος, πράγμα που σημαίνει πως δεν υπάρχει μεταθανάτια ζωή, δεν υπάρχει ανταμοιβή για τους ενάρετους, ούτε αιώνια τιμωρία για τους κακούς. Οι άνθρωποι είναι απλώς ζώντες οργανισμοί που περιφέρονται, παρεκκλίνουν και υπάρχουν, όχι επειδή οι θεοί το θέλουν, αλλά επειδή το επιβάλλουν οι δημιουργικές δυνάμεις του Σύμπαντος.

Αναφορές σε στοχαστές
Στην ολοσχερώς χριστιανική Ευρώπη του 14ου αιώνα (η τελευταία χώρα που εκχριστιανίστηκε ήταν η Λιθουανία το 1380), οι ιδέες του Λουκρήτιου, που κατέληγαν στην επικούρεια προτροπή της επιδίωξης της ηδονής και της μείωσης του πόνου ώς μόνου δείγματος πνευματικού βίου και ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αποτελούσαν ανάθεμα για το δόγμα των Γραφών και φανατική προτροπή για τον αφανισμό τους. Ηταν, από τους πρώτους κιόλας μετά Χριστόν αιώνες, συστηματική η καταστροφή της ειδωλολατρικής παράδοσης και γραμματείας, έτσι που χάθηκαν απειράριθμα κείμενα και έργα τέχνης, καθιστώντας την αναζήτηση απολεσθέντων θησαυρών της ελληνικής και ρωμαϊκής Ιστορίας μια περιπέτεια λαγωνικών, απατεώνων, μεσαζόντων και παθιασμένων εξερευνητών. Η ενθουσιώδης πολύτροπη ιταλική Αναγέννηση, σκύβοντας πάνω από τα διασωθέντα κείμενα ιστορικών και φιλοσόφων του αρχαίου κόσμου, συναντούσε αναφορές σε άλλους στοχαστές και προσπαθούσε να εντοπίσει σπαράγματα, αποσπάσματα και πλήρη έργα τους. Κορυφωνόταν έτσι μια μανία που θυμίζει αστυνομικές υποθέσεις μια μακιαβελική μεθοδολογία πρόσβασης σε μοναστήρια, αποθετήρια πνευματικών θησαυρών, για να εξασφαλιστεί με την πειθώ, με αργύρια, με εκβιασμούς, η πιθανότητα ανεύρεσης χαμένων αρχαίων χειρογράφων. Αν η είσοδος στα μοναστήρια ήταν επιτυχής, αν επιτυχής ήταν η είσοδος στις βιβλιοθήκες τους, αν επιτυχής ήταν η αναζήτηση, δεν υπήρχε βεβαιότητα ότι ένα αντίγραφο χειρογράφου θα γινόταν να αποκτηθεί. Οι αντιγραφείς, κλεισμένοι στην αίθουσα αντιγράφων, στο λεγόμενο scriptorium, ήταν υποχρεωμένοι, υπό την απειλή βασανισμών, να αντιγράφουν κατά ρητή εντολή του ηγούμενου και μόνο, να παραμένουν σιωπηλοί στις θέσεις τους επί ώρες και να μην ανταλλάσουν καμία λέξη. Αν ήθελαν να ζητήσουν από τον βιβλιοθηκάριο ένα βιβλίο προς αντιγραφή, σήκωναν τα χέρια και παρίσταναν ότι ξεφύλλιζαν το βιβλίο. Αν επρόκειτο για χριστιανικό βιβλίο, έφερναν τα χέρια στο κεφάλι, σχηματίζοντας ένα στεφάνι. Αν ήταν το βιβλίο ενός ειδωλολάτρη, έβαζαν δύο δάχτυλα στο στόμα σαν να ετοιμάζονταν να κάνουν εμετό. Αν επιτέλους το αντίγραφο ήταν έτοιμο, μεσολαβούσαν νέες διαδικασίες πληρωμής, εκβιασμών, απειλών, προκειμένου να καταλήξει στα χέρια του παραλήπτη. O Πότζο μπήκε σε τέτοιο λαβύρινθο και βγήκε στο φως κρατώντας παραμάσχαλα το έργο του Λουκρήτιου.

Η απαρχή
Πολλοί μάστορες για να χτιστεί το γεφύρι
Η ιστορία του κατορθώματος είναι αληθινή μέχρι κεραίας και ο Γκρίνμπλατ, ιστορικός της λογοτεχνίας, την παρουσιάζει αναλυτικά, με μπρίο, με κέφι, με προσοχή στις μικρές όσο και εκθαμβωτικές λεπτομέρειες που διεγείρουν την περιέργεια, με μια μαεστρία που ζαλίζει ευχάριστα τον αναγνώστη. Και είναι αξιοσημείωτο πως η μετάφραση είναι προσεγμένη σε τέτοιο βαθμό ώστε να δημιουργείται η υποψία πως το ελληνικό κείμενο είναι ακριβέστερο από το πρωτότυπο, χάρη στις αποχρώσεις των εννοιών και των συμφραζομένων που χαρακτηρίζουν τη νεοελληνική γλώσσα. Ωστόσο, προκύπτει το ερώτημα μήπως ο Γκρίνμπλατ υπερβάλλει. Το έργο του Λουκρήτιου είχε αντίκτυπο στην φιλοσοφική σκέψη, επηρέασε τον Μίλτον του «Χαμένου Παραδείσου», τον Τόμας Μορ της «Ουτοπίας», τον Μονταίνιο των «Δοκιμίων» για να παραμείνουμε σε αυτό το δείγμα συγγραφέων. Είναι εξ αυτού του λόγου η αφορμή της απαρχής της Αναγέννησης; Είναι ο Πότζο ο καταλύτης ανάμεσα στο υδρογόνο του σχολαστικού ύστερου Μεσαίωνα και στο οξυγόνο της χαραυγής των Νέων Χρόνων, που προκάλεσε τη ροή των ναμάτων της Νεωτερικότητας; Αν οι αριθμοί έχουν έννοια σε αυτά τα ερωτήματα, τα παραθέματα από τον Πλούταρχο, τον Βιργίλιο, τον Οράτιο, τον Οβίδιο, τον Κικέρωνα είναι πολύ περισσότερα από τα παραθέματα του Λουκρήτιου στα «Δοκίμια» του Μονταίνιου, προς υπενθύμιση ότι απαιτούνται πολλοί μάστορες για να χτιστεί το γεφύρι που ενώνει την μιαν όχθη του πολιτισμού με την άλλη. Και η μαστοριά του Μονταίνιου συνοψίζει με τον καλύτερο τρόπο τον Λουκρήτιο: «Ακόμα και στον πιο ψηλό θρόνο του κόσμου, ο άνθρωπος κάθεται πάνω στον πισινό του».
Stephen Greenblatt
Παρέγκλισις
Ο Λουκρήτιος και
οι απαρχές της
Νεωτερικότητας
Μτφ. Δέσποινα Κανελλοπούλου,
Εκδ. ΜΙΕΤ, 2017,
σελ. 537
Τιμή: 32 ευρώ