Χωρίς να μπορείς να το πιστώσεις ως πρόθεση του βιβλίου «Χρονικό των Εξαρχείων» του ποιητή και μεταφραστή Ρήγα Καππάτου, υπάρχει ανάμεσα σε πολλές άλλες εξόχως ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις και περιγραφές μια σύντομη παράγραφος που δίνει το μέγεθος της διαφοράς ανάμεσα στη λογοτεχνία και την τεχνολογία. Οσο σεβαστική μάλιστα παραμένει από καταβολής της η πρώτη για τον ανθρώπινο μόχθο, με άλλη τόση αδιαφορία θα χρέωνε κανείς τη δεύτερη, αν και – αναντίρρητο αυτό – συστηματικά τον ανακουφίζει. Γράφει ο Καππάτος μιλώντας για τη δουλειά του ως παραγιού σε μια ταβέρνα στα Εξάρχεια, το 1948, ενώ ήταν 13 χρόνων: «Πίσω μου ήταν ο πάγκος με την ταμειακή μηχανή, στη μια άκρη, και στην άλλη είχε ένα είδος γυάλινης προθήκης όπου έμπαιναν σαλάτες και φρούτα. Πίσω από την προθήκη ήταν το ψυγείο. Μαύρο ψυγείο! Ηταν ξύλινο, με κάποιου είδους μόνωση, υποθέτω, αλλά ψυχόταν με πάγο και έμοιαζε περισσότερο με κοτέτσι παρά με ψυγείο. Τα ηλεκτρικά ψυγεία δεν είχαν βγει ακόμη ή δεν είχαν ακόμη φτάσει προς χρήση όλων στην μετακατοχική Αθήνα. (Αυτό, γιατί στο Ιντερνετ υπάρχει η πληροφορία ότι κυκλοφορούσαν από το 1931!)». 
Μνήμη – θησαυροφυλάκιο
Αν λοιπόν το Ιντερνετ είναι τεχνολογία (που είναι) και το βιβλίο του Ρήγα Καππάτου λογοτεχνία – που επίσης είναι –, χρειαζόταν η δεύτερη ώστε να μην υπάρξει μια χονδροειδής παραποίηση και να απαλειφθεί στη μνήμη ένα χρονικό διάστημα δεκαεπτά χρόνων, που, ενώ συνέχιζε εξίσου βασανιστικό και ταλαιπωρημένο για τους ανθρώπους, να εκληφθεί για τη μικροϊστορία έστω ως παραδεισένιο λόγω του ηλεκτρικού ψυγείου. Το αξιοθαύμαστο είναι πως αν ο Ρήγας Καππάτος δεν κρατούσε σημειώσεις και θυμήθηκε τα περιστατικά που επανδρώνουν τις σχεδόν τριακόσιες πυκνοτυπωμένες σελίδες του «Χρονικού των Εξαρχείων» ενώ το έγραφε, δικαιούσαι να μιλήσεις για μια μνήμη πραγματικό θησαυροφυλάκιο, τόσο πιο αποκαλυπτική καθώς οι πιο ετερόκλητοι άνθρωποι και τα πιο ετερόκλητα περιστατικά ανασαίνουν και συμβιώνουν μέσα στις ελέγξιμες διαστάσεις λίγων οικοδομικών τετραγώνων. Χωρίς επιπλέον να δημιουργείται η αίσθηση μιας αβύσσου ανάμεσά τους, αν και πραγματικά κάτι αντίστοιχο ακριβώς τους χωρίζει.
Ανθρωποι και περιστατικά που δεν παρέμεναν άγνωστοι και άγνωστα μεταξύ τους, όπως συμβαίνει στα νεότερα χρόνια, αλλά όποιες κι αν ήταν οι διαφορές τους – και ήταν τεράστιες –, η αίσθηση της γειτονιάς, αντί να τους κάνει να κρύβονται, τους βοηθούσε να εκφράζονται όπως ακριβώς αισθάνονταν. Με αποτέλεσμα να συμπεραίνεις ότι αν συνυπήρχαν – να αποφύγουμε το ρήμα «λειτουργούσαν» – με τόση ελευθερία ανάμεσά τους, ήταν γιατί φαίνεται να διαισθάνονταν πως εβδομήντα χρόνια αργότερα θα έπιαναν μια ισότιμη θέση μέσα στο κάδρο που θα φιλοτεχνούσε ένας νεαρός βιοπαλαιστής. Είτε πρόκειται για τα γραφεία της Φίνος Φιλμ και τα κορίτσια του μπορντέλου της Αδριανής ή Χρύσας – μιας ζακυνθινής τσατσάς – είτε για τη βιβλιόφιλη κυρία Νικοτσάρα, τη διακονιάρα Σουσάνα και τον υπουργό του Μεταξά, τον Μανιαδάκη, να ψωνίζει κρατώντας ένα δίχτυ στη λαϊκή της Πλατείας Εξαρχείων. 
Η ταβέρνα Τάκα Τάκα
Αν και συχνά το βιβλίο βρίθει από λεπτομέρειες που επόμενο είναι να τις ξεχάσει σύντομα κανείς, αναμφισβήτητα μια εικόνα του περιβάλλοντος χώρου πάντα θα τη διατηρεί, ιδιαίτερα όταν «περιβάλλον» είναι αυτό της Πλατείας Κάνιγγος με τους γύρω δρόμους, τη Σόλωνος (προς το τέλος της), την Καποδιστρίου, την Κωλέττη και την Μπόταση, να περιλαμβάνουν στους κόλπους τους τόσο το φτηνό ξενοδοχείο Αύρα και την ταβέρνα του Τάκα Τάκα όσο και το χαρτοπωλείο των αδελφών Λαδιά – των διαδόχων του εκδοτικού οίκου Φέξη –, αλλά και την πολυκατοικία με το διαμέρισμα της συζύγου του πρώην πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κορυζή, που διαδέχτηκε στην πρωθυπουργία τον Μεταξά, όμως αυτοκτόνησε 80 ημέρες αργότερα, στις 18 Απριλίου του 1941, όταν πλησίαζαν οι Γερμανοί για να καταλάβουν την Αθήνα. Αλλωστε δεν υπάρχει σελίδα του «Χρονικού των Εξαρχείων» όπου να μη συμβιώνουν τα σημαντικά με τα «αμελητέα», ώστε όση έμφαση δίνεται στα ονόματα της Βέμπο, του Τραϊφόρου, της Παξινού, του Μινωτή και του Χορν, που είχαν κατοικήσει για κάποιο χρονικό διάστημα στην περίφημη Μπλε Πολυκατοικία της Πλατείας Εξαρχείων (μια πληροφορία που μας διέφευγε καθώς η πολυκατοικία αυτή έγινε περισσότερο γνωστή ως χώρος αντιστασιακής δράσης κατά τη διάρκεια της Κατοχής), με εξίσου έντονη συγκίνηση να υπογραμμίζονται το κουρείο του Μπακατσέλου στην αρχή της Ανδρέου Μεταξά, το ψιλικατζίδικο του Γιάννη και το εφημεριδοπωλείο του Κώστα, που ήταν ο μεγαλύτερος κουτσομπόλης της γειτονιάς.
Επώνυμοι και ανώνυμοι
Συχνά μάλιστα με πολύ μεγαλύτερη τρυφερότητα, όσον αφορά τον Καππάτο, για τους «ανώνυμους» σε σχέση με τους «επώνυμους» αφού όσο άγνωστος είναι σήμερα ο περίφημος τερματοφύλακας του Παναθηναϊκού Μαθιός Βιτάλης, δεν αποκλείεται να είναι κάποια στιγμή, έστω κι αν θα έχουν περάσει διακόσια και τριακόσια χρόνια, ο ποιητής Ν. Δ. Καρούζος, ο σκηνοθέτης Κάρολος Κουν και ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης. Τι εννοούμε: όση συγκίνηση διατηρεί σήμερα ο Ρήγας Καππάτος για τον τερματοφύλακα που έχοντας αποσυρθεί από το γήπεδο – είμαστε, να το επαναλάβουμε, στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 – έκανε πιάτσα με το καρότσι του πουλώντας φρούτα και λαχανικά στη γωνία Κωλέττη και Μπενάκη, μια αντίστοιχη προστατευτικότητα να τον διέκρινε για τους καλλιτέχνες που αναφέραμε, αφού – όλα μπορούν να συμβούν σ’ αυτήν τη ζωή – δεν αποκλείεται στο πολύ μακρινό μέλλον που σημειώσαμε να μην έχει διασωθεί για τους τρεις τους άλλη μαρτυρία παρά αυτή που κατατίθεται στο «Χρονικό των Εξαρχείων».

Μαρτυρίες
Ο εραστής του Κουν και το μοντέλο του Τσαρούχη
Θα ήταν άδικο να ανακαλείται ο Ν. Δ. Καρούζος μόνον ως σεξομανής που φώναζε μέσα στη νύχτα ενώ είχε πάει με τη φίλη του Ερση Χατζημιχάλη στο σπίτι της μητέρας του στο Ναύπλιο «Μάνα, δεν μ’ αφήνει να τη γαμήσω» ή ο Κάρολος Κουν να έχει βγει στη Σπυρίδωνος Τρικούπη – στα Εξάρχεια – περασμένα μεσάνυχτα και να εκλιπαρεί γονυκλινής κλαίγοντας τον εραστή του να μην τον εγκαταλείψει. Ή ο Γιάννης Τσαρούχης, ότι χρειάστηκε ο ποιητής Νίκος Καββαδίας να του βρει ένα μοντέλο προκειμένου να ζωγραφίσει ένα αιδοίο αφού ο ίδιος ο Τσαρούχης δεν το είχε δει ποτέ στη ζωή του. Δεν χωράει αμφιβολία πως ό,τι ακουγόταν ως «μεμπτό» ή ανήκουστο στην ώρα του, γίνεται με το πέρασμα του χρόνου μέρος του φωτοστέφανου που περιβάλλει έναν καλλιτέχνη και είναι ίσως η έλλειψη μιας αντίστοιχης συνείδησης που κάνει το πολύτιμο, κατά τα άλλα, βιβλίο του Ρήγα Καππάτου να παραμένει ένα αφήγημα με στοιχεία συνταρακτικά, χωρίς ωστόσο το σύνολο να συγκροτεί μια σύνθεση. Ετσι ώστε ατμόσφαιρες, συναντήσεις, χώροι, συμπτώσεις, αναμνήσεις, κυρίως αυτές, απομακρυνόμενες ή εφαπτόμενες μεταξύ τους, να αποκτούν μια τέτοια προοπτική που να μεταβάλλει το στοιχείο της νοσταλγίας σε μια διακινδύνευση υπαρξιακής τάξεως κι όχι σ’ έναν απλό νευρικό ερεθισμό.

Ρήγας Καππάτος
Χρονικό των Εξαρχείων
Εκδ. Εκάτη, 2018,
σελ. 288
Τιμή: 15,90 ευρώ