Μεγάλωσα με ιστορίες από την Κατοχή που, όταν ήμουν παιδί, ήταν μια «παρούσα» ιστορία. Μόνο είκοσι πέντε χρόνια είχαν περάσει άλλωστε, όσα από το 1993 μέχρι σήμερα. Θυμάμαι τη μάνα μου να μου λέει πως αν δεν φάω και την τελευταία μου μπουκιά, θα «ξαναγινόταν Κατοχή». Ακρως αντιπαιδαγωγικό αλλά πιστεύω ότι, κατά βάθος, εξέφραζε με αυτή την προς εμένα απειλή και έναν δικό της βαθύ φόβο. Οταν, μεγαλώνοντας πια, το συνειδητοποίησα, ένιωσα μεγάλο σεβασμό για τα παιδιά της Κατοχής όπως ήταν κι εκείνη. Σε κάποιες περιπτώσεις, μεγαλύτερο ίσως και από αυτόν για τους αγωνιστές της Αντίστασης. Τα παιδιά δεν ξέρουν τι σημαίνει ηρωισμός – μια αίσθηση που μπορεί να χαλιναγωγήσει τον φόβο.
Ο Στάθης Χαϊτίδης και ο Αργύρης Σφουντούρης δεν είναι απλώς «παιδιά της Κατοχής». Είναι οι μάρτυρες μιας θηριωδίας. Και το βλέμμα τους σε εκείνες τις παιδικές φωτογραφίες τους, η πιο σπαρακτική αποτύπωσή της. Τον Αργύρη (έτσι θα τον λέω γιατί το τετράχρονο αγόρι από το Δίστομο θα έρχεται πάντα σαν διπλοτυπία να επισκιάσει το χαμογελαστό πρόσωπο του κυρίου Σφουντούρη) τον έχω γνωρίσει από έναν «συμμαθητή» του στο Πεσταλότσι, το ορφανοτροφείο στη γερμανόφωνη Ελβετία όπου τον έστειλαν λίγα χρόνια μετά τη σφαγή των δικών του. Και ένα από τα πρώτα πράγματα που τον ρώτησα ήταν πώς άντεχε, με νωπές ακόμη τις τραγικές μνήμες, να διδάσκεται στα γερμανικά. «Οι σκηνές δεν θα φύγουν ποτέ από τα μάτια μου, σε αυτήν την ιστορία έχω αφιερώσει τη ζωή μου, δεν ξεχνώ, δεν συγχωρώ, αλλά δεν μπορώ να ζω με το μίσος. Νομίζω ότι κανείς δεν μπορεί». Κι έτσι δεν χρειάζεται να ρωτήσω τον Στάθη πού βρήκε το κουράγιο, δέκα χρόνια μετά τη δική του τραγωδία, να σπουδάσει στη Γερμανία.
Τα παιδιά της Κατοχής ογδονταρίζουν. Και όταν φύγουν από τη ζωή, είναι δικό μας χρέος να διατηρήσουμε την ιστορική μνήμη. Χωρίς μίσος, αλλά με συνείδηση.