Η αίθουσα ήταν κατάμεστη στο μουσείο Topographie des Terrors (Τοπογραφία του Τρόμου) στο Βερολίνο για την παρουσίαση του ψηφιακού Αρχείου με Μνήμες της Κατοχής στην Ελλάδα. Στην πρώτη γραμμή, ο πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας της Γερμανίας Γιόαχιμ Γκάουκ, ανάμεσα στα δύο σημαντικότερα πρόσωπα της εκδήλωσης: τον Αργύρη Σφουντούρη, επιζώντα της σφαγής του Διστόμου, και τον Ευστάθιο Χαϊτίδη, επιζώντα της μεγαλύτερης αλλά ελάχιστα γνωστής θηριωδίας στους Πύργους της Κοζάνης, με τα περισσότερα θύματα μετά τα Καλάβρυτα, ο δήμαρχος των οποίων, Γιώργος Λαζουράς, ήταν επίσης παρών.
Ηταν καθαρή σύμπτωση, αλλά την ημέρα της εκδήλωσης στο Βερολίνο συμπληρώνονταν ακριβώς 74 χρόνια από την καταστροφή των Πύργων Κοζάνης από μονάδες της Βέρμαχτ και συνεργάτες τους της ΠΑΟ (Πανελλήνια Απελευθερωτική Οργάνωση) στην επιχείρηση εκκαθάρισης του Βερμίου με τον κωδικό «Καταιγίδα του Μαΐου» στις 23 Απριλίου 1944.
Από τους 1.300 κατοίκους του χωριού που καταστράφηκε ολοσχερώς, 327 αμάχους – γυναίκες, παιδιά και υπερηλίκους – τους έκαψαν ζωντανούς οι Γερμανοί.
Ο οκτάχρονος Στάθης γλίτωσε τότε, τον είχε πάρει ο πατέρας του στο βουνό. «Ο πατέρας μου με τραβούσε από το χέρι, η γιαγιά μου από το πόδι, γιατί φοβόταν ότι με τους άντρες θα κινδύνευα περισσότερο». Οταν γύρισαν ύστερα από μέρες στο κατεστραμμένο χωριό δεν υπήρχε ίχνος ζωής, παρά μόνον οι καμένοι αχυρώνες όπου οι Γερμανοί είχαν κλείσει τους αμάχους προτού τους πυρπολήσουν, μεταξύ αυτών και όλα τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του Στάθη. Το όνειρο του εκτελεσμένου στον εμφύλιο πατέρα του να σπουδάσει το υλοποίησε αργότερα στη Γερμανία ως οδοντίατρος στο Μόναχο.
Ο Αργύρης Σφουντούρης ήταν τεσσάρων χρονών στη σφαγή του Διστόμου στις 10 Ιουνίου 1944. Αλλά στη μνήμη του έχουν εντυπωθεί «φωτογραφίες» της καταστροφής, από την οποία επέζησε με τις τρεις μεγαλύτερες αδελφές του. Από τα 218 θύματα του Διστόμου, τα 34 έχουν το όνομα Σφουντούρης.
Περιγράφει τις «φωτογραφίες» με όλες τις λεπτομέρειες στα άπταιστα γερμανικά του με τη χαρακτηριστική ελβετική προφορά, καθώς οκτάχρονος κατέληξε αργότερα σε ορφανοτροφείο στην Ελβετία. Τη ζωή του εξιστορεί το ντοκιμαντέρ «Ενα τραγούδι για τον Αργύρη» που γύρισε ο Στέφαν Χάουπτ το 2006 και έκανε γνωστή την τραγωδία του Διστόμου και στο ευρύτερο γερμανικό κοινό.
Ο Αργύρης Σφουντούρης είναι κεντρικό πρόσωπο και στη διεκδίκηση αποζημιώσεων για τα θύματα του Διστόμου, η οποία πέρασε από όλα τα επίπεδα της γερμανικής Δικαιοσύνης και κατέληξε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, το οποίο αναγνώρισε στη Γερμανία το προνόμιο της ετεροδικίας που προστατεύει τα κράτη από διεκδικήσεις πολιτών άλλων χωρών. Ο Σφουντούρης πιστεύει ότι τα θύματα πρέπει να αποζημιωθούν, κάποιοι σίγουρα τα έχουν ανάγκη, απαντά στη σχετική ερώτηση επί σκηνής. Ο ίδιος δεν τα χρειάζεται, «μπορώ να ζήσω χωρίς αυτά», λέει. Τον ενδιαφέρει όμως να αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια: ότι το Δίστομο δεν ανήκε στην κατηγορία των «μέτρων στο πλαίσιο της διεξαγωγής πολέμου», όπως καταχωρίσθηκε αρχικά. Και καταγράφει με ικανοποίηση ότι το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας το 2003 αναγνώρισε τη σφαγή του Διστόμου ως «ένα από τα απεχθέστερα εγκλήματα πολέμου στον Β" Παγκόσμιο Πόλεμο».
Αυτό είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα. Για τα εγκλήματα της ναζιστικής θηριωδίας στην Ελλάδα ελάχιστα είναι γνωστά στη Γερμανία. Αυτό εννοούσε ο πρόεδρος Γιόαχιμ Γκάουκ όταν επισκέφθηκε τους Λιγκιάδες τον Μάρτιο του 2014 μαζί με τον τότε πρόεδρο της Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια και μίλησε για τη «δεύτερη ενοχή» της Γερμανίας: όχι μόνο για την τέλεση του εγκλήματος, αλλά και για τη διατήρηση της μνήμης. Και η μνήμη χρειάζεται ενεργητική συμμετοχή. Το παράδειγμα των Λιγκιάδων είναι χαρακτηριστικό. Ηταν ο γερμανός ιστορικός Κρίστοφ Σμινκ-Γκουστάβους που με το βιβλίο του «Ενα χωριό στις φλόγες – Η καταστροφή των Λιγκιάδων» ανέδειξε από την αφάνεια το έγκλημα. Και με την επίσκεψη του γερμανού τότε προέδρου της Δημοκρατίας ασχολήθηκαν και τα γερμανικά Μέσα.
Η επίσκεψη Γκάουκ ήταν και ο καταλύτης για να προχωρήσει το ψηφιακό Αρχείο με τις Μνήμες της Κατοχής που είχαν στο μυαλό τους ο καθηγητής στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Βερολίνου (FU) Νικόλας Αποστολόπουλος που έχει τη γενική διεύθυνση του προγράμματος και ο ιστορικός, καθηγητής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Χάγκεν Φλάισερ, ο οποίος είναι ο επιστημονικός διευθυντής του προγράμματος. Ο καθηγητής Αποστολόπουλος πιστεύει βάσιμα ότι ο Γκάουκ, με τον οποίο είχε συζητήσει το θέμα ο καθηγητής Φλάισερ στην Αθήνα, άσκησε στη συνέχεια την επιρροή του στη γερμανική κυβέρνηση για να υλοποιηθεί το Αρχείο.

«Να μην επιτρέψουμε να επαναληφθεί»
Εκτός από το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών στη χρηματοδότηση του προγράμματος συμμετέχει και το Ιδρυμα Νιάρχος. Ο υφυπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Μίχαελ Ροτ υποσχέθηκε και περαιτέρω ενίσχυση. «Θέλουμε μία κουλτούρα μνήμης που τίποτα δεν αποκλείει» είπε ο Ροτ. «Δεν μπορούμε να διαγράψουμε την αδικία, αλλά μπορούμε να μην επιτρέψουμε να επαναληφθεί» πρόσθεσε.

Χωρίς να χαρίζεται σε κανέναν
Από τον Φεβρουάριο του 2017 που πρωτοπαρουσιάστηκε 
το πρόγραμμα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών έχουν συγκεντρωθεί 90 βιντεοσκοπημένες συνεντεύξεις επιζώντων, που έχουν απομαγνητοφωνηθεί, μπορούν να αναζητηθούν ως κείμενο, ελληνικά και γερμανικά, συνοδεύονται από φωτογραφικό υλικό, ντοκουμέντα και σχετικές παραπομπές.  
Το Αρχείο είναι στη διάθεση της ιστορικής έρευνας, αλλά θα χρησιμοποιηθεί και για εκπαιδευτικούς σκοπούς. 
«Στην αρχή πολλοί από τους επιζώντες ήταν δύσπιστοι, επειδή η χρηματοδότηση προερχόταν από τους Γερμανούς» λέει ο καθηγητής Αποστολόπουλος. 
Αλλαξαν στάση όταν μπήκαν στο Αρχείο συνεντεύξεις αντιστασιακών όπως ο Μανώλης Γλέζος. 
«Το Αρχείο» λέει στα «ΝΕΑ» ο Αργύρης Σφουντούρης «είναι το καταλληλότερο μέσο για να αποκατασταθεί ακέραια η ιστορική αλήθεια, κάτι που επιδιώκουμε εδώ και δεκαετίες». 
Το Αρχείο καλύπτει ένα μεγάλο κενό στην ενημέρωση και γνώση των Γερμανών για τα ναζιστικά εγκλήματα στην Κατοχή.  Και χωρίς να χαρίζεται σε κανέναν διαμορφώνει μια κοινή κουλτούρα μνήμης για το δυσκολότερο κεφάλαιο της κοινής ιστορίας Ελλάδας και Γερμανίας.