Οι τέσσερις μεταφράσεις του Γιώργου Μπλάνα που έχουν επιλεγεί από ισάριθμους σκηνοθέτες για παραστάσεις στο επερχόμενο Φεστιβάλ Αθηνών είχαν ως «παρενέργεια» τη διαμάχη για τη μεταφραστική του επάρκεια. Πρόκειται για τις επιδαύριες παραστάσεις Αγαμέμνων του Αισχύλου σε σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις, Ορέστης του Ευριπίδη από τον Γιάννη Αναστασάκη (ΚΘΒΕ) και Βάτραχοι του Αριστοφάνη με σκηνοθέτη τον Κώστα Φιλίππογλου, ενώ στο Ηρώδειο θα παρουσιαστεί η Αντιγόνη του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία των Αιμίλιου Χειλάκη και Μανώλη Δούνια.
Με κείμενό του στο τρέχον τεύχος της μηνιαίας επιθεώρησης βιβλίου The Books" Journal ο καθηγητής Αρχαίου Θεάτρου στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών και μεταφραστής αρχαίων ελληνικών κειμένων Θεόδωρος Κ. Στεφανόπουλος ανέλυσε τη μετάφραση της Ηλέκτρας του Σοφοκλή (εκδ. Γαβριηλίδης, 2015) επισημαίνοντας τις «αυθαίρετες μεταγραφές» του Γιώργου Μπλάνα. Σήμερα ο ομότιμος καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης Μιχαήλ Πασχάλης με επιστολή του στο Νσυν σχολιάζει τη μετάφραση της Ιλιάδας (Γαβριηλίδης, 2003):
Είναι τουλάχιστον περίεργο και εν τέλει σκανδαλώδες να έχουν επιλεγεί τέσσερις μεταφράσεις αρχαίων δραμάτων του Γιώργου Μπλάνα για τις παραστάσεις του επόμενου Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, ενώ δεν διαθέτει τη στοιχειώδη επάρκεια ως μεταφραστής αρχαιοελληνικών κειμένων, και μάλιστα εξαιρετικά απαιτητικών.
Αναφέρομαι στην κριτική του καθηγητή Θεόδωρου Στεφανόπουλου με τίτλο «Φεστιβάλ Επιδαύρου ή Φεστιβάλ Μπλάνα», η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Books" Journal (Απρίλιος 2018). Στην απορία του πώς είναι δυνατόν να έχουν προγραμματιστεί για το φετινό Φεστιβάλ Επιδαύρου (και Αθηνών) τέσσερα αρχαία δράματα σε μετάφραση του ίδιου προσώπου, δηλαδή του Γιώργου Μπλάνα, προστέθηκε η έκπληξη για την ολοκληρωτική απουσία ποιοτικών κριτηρίων στην εν λόγω επιλογή. Οπως διαπίστωσε από την ανάγνωση της «ψευδεπίγραφης» μετάφρασης της σοφόκλειας Ηλέκτρας από τον εν λόγω μεταφραστή, «το αρχαίο κείμενο χρησιμοποιείται απλώς ως αφορμή, αν όχι ως πρόσχημα, για το κείμενο του κ. Μπλάνα, που πλειστάκις παράγεται ερήμην τού πρωτοτύπου και διαλαλεί σε κάθε σελίδα του την άγνοια της αρχαίας γλώσσας». Υπενθυμίζω ότι ο Γιώργος Μπλάνας τιμήθηκε το 2015 με το Kρατικό Bραβείο για τη μετάφραση «από τα ρωσικά» του μυθιστορήματος του Γκρόσμαν Ζωή και πεπρωμένο, αλλά εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι η ελληνική μετάφραση έγινε με βάση την αγγλική «πάρεξ κάποιων μικρών αποσπασμάτων που βρίθουν λαθών» (Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, Athens Review of Books, Ιούνιος 2015).
Αποφάσισα λοιπόν να ελέγξω προσωπικά τις μεταφραστικές επιδόσεις του Γιώργου Μπλάνα σε ένα άλλο αρχαιοελληνικό γραμματειακό είδος, το έπος, και ειδικότερα στη ραψωδία Α της Ιλιάδας (2007, www.openbooks.gr, α" έκδοση, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2000).
Υπάρχουν μεταφράσεις πιστές στο κείμενο, παραφράσεις, μεταφράσεις ελεύθερες, διασκευές κ.ά. Υπάρχουν επίσης κακές μεταφράσεις με παρανοήσεις της γλώσσας ή / και του πνεύματος του πρωτοτύπου. Δεν γνωρίζω κατηγορία στην οποία θα μπορούσα να κατατάξω την παρούσα μετάφραση ως προς τη μέθοδο και την ποιότητά της. Ο Μπλάνας συχνά κατασκευάζει δικό του κείμενο που δεν έχει καμία εσωτερική συνέπεια και λογική, ενώ η γραφή του, εκτός από ανελλήνιστη, είναι αρκετές φορές ασυνάρτητη, μια φανταχτερή πομφόλυγα που αιωρείται στο κενό. Ακόμα και τις σπάνιες φορές που μεταφράζει σωστά, το ύφος του είναι ξένο προς τις αισθητικές απαιτήσεις του επικού είδους. Ο τρόπος που μεταφράζει δεν έχει προηγούμενο ανάμεσα στις έγκυρες νεοελληνικές και ξένες μεταφράσεις της Ιλιάδας – ίσως παρόμοιες μεταφράσεις να απαντούν σε κάποια εξωτική χώρα.
Οι παραπάνω αδυναμίες είναι ορατές από τον πρώτο κιόλα στίχο. Ο αρχαίος ποιητής απευθύνεται στη Μούσα και της ζητά να τραγουδήσει την ολέθρια οργή του Αχιλλέα («Μήνιν άειδε, θεά, Πηληϊάδεω Αχιλήος / ουλομένην») και ο Μπλάνας μεταφράζει: «Μένος ολέθριο, βαθιά η πληγή των Αχαιών». Στη μετάφραση έχει απαλειφθεί η επίκληση της θεότητας, το ρήμα που εισάγει την αφήγηση και κυρίως το όνομα του Αχιλλέα, γύρω από την οργή του οποίου, την αποχή από τις μάχες και την επιστροφή στήνεται ολόκληρη η πλοκή της Ιλιάδας. Το ερώτημα είναι τι καταλαβαίνει ο αναγνώστης που δεν γνωρίζει το πρωτότυπο. Ας δούμε λοιπόν συγκριτικά τους δέκα πρώτους στίχους:
                      
Καζαντζάκης – Κακριδής
Τη μάνητα, θεά, τραγουδά μας του ξακουστού Αχιλλέα,
ανάθεμα τη, πίκρες που "δωκε στους Αχαιούς περίσσιες
και πλήθος αντρειωμένες έστειλε ψυχές στον Αδη κάτω
παλικαριών, στους σκύλους ρίχνοντας να φάνε τα κορμιά τους
και στα όρνια ολούθε – έτσι το θέλησε να γίνει τότε ο Δίας –
απ" τη στιγμή που πρωτοπιάστηκαν και χώρισαν οι δυο τους,
του Ατρέα ο γιος ο στρατοκράτορας κι ο μέγας Αχιλλέας.
Ποιος τάχα απ" τους θεούς τους έσπρωξε να μπούνε σ" έτοια αμάχη;
Του Δία και της Λητώς τους έσπρωξεν ο γιος, που με το ρήγα
χολιάζοντας κακιά εξεσήκωσεν αρρώστια και πεθαίναν
στρατός πολύς. τι δε σεβάστηκεν ο γιος του Ατρέα το Χρύση,
του θεού το λειτουργό.
                                    
Μπλάνας
Μένος ολέθριο, βαθιά η πληγή των Αχαιών: στρατιές αδάμαστων ψυχών στα χέρια του Αδη,
σάρκες ηρώων αλύγιστες βορρά σκυλιών κι αρπακτικών, για να χορτάσει ο Δίας εξουσία, απ" την στιγμή που αγρίεψαν διχασμό ο στρατηγός Ατρείδης κι ο ένθεος Αχιλλέας.
Οσο για κείνον τον θεό που έκανε σφαγή μια διαφωνία: έξαλλος με τον στρατηγό ο γιος του Δία και της Λητούς ξέσπασε άγριο λοιμό και πέθαιναν οι άνδρες πριν πεθάνουν,
γιατί ο Ατρείδης πρόσβαλε τον ιερέα Χρύση, που κατάντησε ζητιάνος του παιδιού του στα καράβια.
Από τις λέξεις και προτάσεις που έχω πλαγιάσει κάποιες προδίδουν άγνοια της αρχαιοελληνικής γλώσσας («ένθεος» σημαίνει «διακατεχόμενος από θεϊκή μανία») αλλά και της πλοκής (ο Δίας έδωσε νίκες στους Τρώες για να νιώσουν οι Αχαιοί την απουσία του Αχιλλέα, όπως υποσχέθηκε στη μάνα του), ορισμένες είναι ανελλήνιστες, ανορθόγραφες, ακατανόητες ή ασύμβατες με το επικό ύφος.  
Λίγους στίχους παρακάτω η ματιά του αναγνώστη διασταυρώνεται με τον απόλυτο θρίαμβο της ασυναρτησίας. Είναι η στιγμή που ο Χρύσης φεύγει αποδιωγμένος από τον Αγαμέμνονα και αποσύρεται κοντά στη θάλασσα, όπου προσεύχεται στον Απόλλωνα (33-36). Οποιος καταλάβει κατάλαβε τη μετάφραση του Μπλάνα, που μάλιστα σε ένα σημείο δείχνει να έχει υπόψη της τη μετάφραση των Καζαντζάκη – Κακριδή:
               
Καζαντζάκης – Κακριδής
Είπε, κι ο γέροντας φοβήθηκε κι υπάκουσε στο λόγο.·
πήρε βουβός του πολυτάραχου γιαλού τον άμμον άμμο,
κι ως μάκρυνε, το ρήγα Απόλλωνα, της ομορφομαλλούσας
Λητώς το γιο, με θέρμη ο γέροντας ν" ανακαλιέται επήρε:                                 
Μπλάνας
Λύγισε ο γέρος, πήρε πίσω όλη την άμμο που είχε ελπίσει μέχρι εκεί, καθώς η θάλασσα βαθιά ψιθύριζε μαζί του απελπισμένη προσευχή στον γιο που πλάγιασε η  Λητώ, λύνοντας τα μαλλιά της.
Αμέτρητες είναι οι δυσάρεστες εκπλήξεις για τον αναγνώστη. Πώς ανεβαίνει, για παράδειγμα, η Θέτιδα στον Ολυμπο για να συναντήσει τον Δία (496-497); Οι Καζαντζάκης – Κακριδής μεταφράζουν: «Και τότε η Θέτιδα (…) γοργά απ" της θάλασσας ξεπρόβαλε το κύμα / κι ανέβη σύναυγα στον Ολυμπο, στον ουρανό το μέγα». ενώ στον Μπλάνα φτάνει εκεί καβάλα σε ένα κύμα (!): «Στο μεταξύ η Θέτις (…) / Αρπαξε κύμα αδάμαστο και κάλπασε στην πέτρινη μεθόριο των θεών» (η «πέτρινη μεθόριος των θεών» είναι ο Ολυμπος (;)).
Συνοψίζοντας, θα έλεγα ότι το στίγμα της μετάφρασης του Γιώργου Μπλάνα ξεχωρίζει αρνητικά σε σύγκριση με κάθε άλλη νεοελληνική μετάφραση ή παράφραση της Ιλιάδας. Ακόμη και οι «σχολικές» ή στοιχειώδεις υπερτερούν. Τα λόγια δεν επαρκούν για να περιγράψει κανείς την ανεπάρκειά της ούτε υπάρχει θεωρία που να καλύπτει τον τρόπο που δουλεύει ο μεταφραστής.  
Η απάντηση του Γιώργου Μπλάνα: Η κριτική είναι πάντοτε καλοδεχούμενη, αν δεν είναι υβριστική. Αντί άλλου σχολίου, πάντως, θέλω να θυμίσω την άποψη του εκλιπόντος Δημήτρη Μαρωνίτη για το έργο μου: «Δυο λόγια για την ακύρωση της δοσμένης υπόσχεσης που αφορά στο είδος της ενδογλωσσικής μετάφρασης, όταν μάλιστα αυτή επιχειρείται στην ομηρική Ιλιάδα ή σε σοφόκλεια τραγωδία. Οπου αισθάνομαι ότι ταιριάζουν τα χνώτα μας με του Γιώργου Μπλάνα, ειδικότερα ως προς την υπεράσπιση δυνητικής ισοτιμίας μεταξύ μεταφραστικής και μεταφραζόμενης γλώσσας. Αίσθηση που την είχα πριν από κάμποσα χρόνια διαβάζοντας και επαινώντας την πρώιμή του μετάφραση του Φιλοκτήτη, της πιο μελαγχολικής τραγωδίας του Σοφοκλή στα ώριμα χρόνια του. Τόσα προς το παρόν αρκούν, για να φανούν τα υπονοούμενα της προδήλωσής μου για αμοιβαία μεταφραστική συμπάθεια. Τα περισσότερα απαιτούν διεξοδικό διάλογο μεταξύ μας» (Το Βήμα, 11/10/2015).