ια ολόκληρη εποχή αντιπροσωπεύει ο Αττίκ και αυτή την εποχή επιχειρεί να αναπαραστήσει η μουσικοχορευτική παράσταση «Αναζητώντας τον Αττίκ» μέσα από τη ζωή και τις δημιουργίες του. Με τον Ακη Σακελλαρίου οδηγό και τη Ζωζώ Σαπουντζάκη διαχρονική μορφή του είδους – οι δύο τους συμμετείχαν στην πρώτη εκδοχή -, το θέαμα, ανανεωμένο, επιστρέφει έξι χρόνια μετά την πρεμιέρα στο Badminton (2012).
Κύριος εκφραστής του ρομαντικού ελληνικού τραγουδιού, με ξεκάθαρες επιρροές από την Ευρώπη, ο Αττίκ (Κλέων Τριανταφύλλου, 1885-1944) κυριάρχησε στη μουσική σκηνή του Μεσοπολέμου. Ο μικρόσωμος και ταλαντούχος καλλιτέχνης, γιος του Δημήτριου Τριανταφύλλου με καταγωγή από τον Βόλο και της Εριθέλγης, το γένος Ραπτάκη, μεγάλωσε με τις ανέσεις της αστικής τάξης και την καθοριστική επίδραση της μητέρας του – που αγαπούσε πολύ τις τέχνες.
Μικρό παιδί εγκαταστάθηκε στην Αθήνα (1902) και αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Νομική πήγε, μαζί με τον αδελφό του, στο Παρίσι για μεταπτυχιακά. Αντ" αυτού τα δύο αδέλφια προτίμησαν το Conservatoire και η πορεία του Αττίκ άρχισε να παίρνει τον δρόμο της με συναυλίες και περιοδείες. Λόγω όμως των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η οικογένειά του, γύρισε στην Αθήνα, όπου και εγκαταστάθηκε.
Με τη Μάνδρα που εμπνεύστηκε και δημιούργησε το 1930 ο Αττίκ άλλαξε το τοπίο στη μουσική σκηνή του τόπου. Το πρόγραμμα, με τον ίδιο στο επίκεντρο, ήταν ένας συνδυασμός τραγουδιών, επιθεώρησης, αναζήτησης και προβολής νέων ταλέντων, καθώς και ζωντανής επικοινωνίας με το κοινό.
Με αφετηρία «το θέατρο μέσα στο θέατρο» η Σοφία Σπυράτου στήνει επί σκηνής έναν θίασο που ετοιμάζεται να ανεβάσει τη ζωή του Αττίκ. Πλούσια σκηνικά, εναλλαγές κοστουμιών, χορευτικά, φώτα και τραγούδια, πολλά τραγούδια, υποστηρίζουν την ιστορία που μοιράζεται ανάμεσα στα οικογενειακά και νεανικά χρόνια του Κλέωνα Τριανταφύλλου και στην περίοδο της επιτυχίας του Αττίκ.  
Η συγκίνηση και οι αναμνήσεις είναι το βασικό όχημα της παράστασης που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στα γεγονότα και στο θέαμα. Το αποτέλεσμα είναι αναμενόμενο, αλλά ικανοποιητικό: Γοητεύει και συγκινεί, πλατειάζει και κουράζει κάπου κάπου, άλλοτε με χιούμορ και άλλοτε με ιστορική διάθεση, υπηρετεί πάντα τον στόχο της ψυχαγωγίας μέσα από μια ματιά αθωότητας. Το είδος αυτό των παραστάσεων λειτουργεί ακόμα και «εκπαιδευτικά» για τις νεότερες γενιές, ενώ καταλήγει, μέσα από τη βουτιά στο παρελθόν, σε μια ψυχική κάθαρση, έστω προσωρινή.
Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης, που ερμηνεύει τον Αττίκ στα νεανικά του χρόνια, καθορίζει με την παρουσία του την παράσταση: Ο στέρεος ηθοποιός κλασικών και σύγχρονων έργων αποδεικνύει εδώ μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πτυχή του. Κερδίζει το βλέμμα του θεατή έτσι όπως κινείται και τραγουδά με άνεση πάνω στη σκηνή, διατηρώντας όμως τα στέρεα υλικά του. Πραγματικά έξοχος.
Αμεσος ο Ακης Σακελλαρίου, σκηνικά χαριτωμένη η Κατερίνα Παπουτσάκη, χωρίς εκπλήξεις ο Αντώνης Καφετζόπουλος, πιστή στο είδος η Νάντια Κοντογεώργη. Ο Μίνως Θεοχάρης ξεχωρίζει με το πληθωρικό του ταλέντο – είναι γεννημένος για το είδος.
Οσο για τη Ζωζώ Σαπουντζάκη, κάθε κριτική είναι περιττή. Η παρουσία της στη σκηνή τα λέει όλα.