Πρέπει να ήταν αρχές του 2008, λίγους μήνες αφότου είχε κυκλοφορήσει το βιβλίο μου «Νεοέλληνες», μια συλλογή αφηγηματικών πορτρέτων διάσημων ή και απλώς διαβόητων συμπατριωτών μας, όταν με σταμάτησε στον δρόμο μια καλοβαλμένη κυρία μέσης ηλικίας, με ύφος φανερά καλοπροαίρετο – το είδος του αναγνώστη που ποτέ δεν ενοχλείσαι να συναπαντάς. «Μου άρεσε το τελευταίο βιβλίο σας» μου είπε. «Εκτός από το κεφάλαιο για την Τζένη Χειλουδάκη. Ιδίως την εγχείρηση αλλαγής φύλου που έκανε. Την παρουσιάζετε τόσο θελκτική». «Θελκτική;» απόρησα. «Θελκτική τη Χειλουδάκη ή θελκτική την εγχείρηση;». «Την εγχείρηση» διευκρίνισε. «Την περιγράφετε με τόσο θετικό τρόπο». «Εννοείτε», επέμεινα, «πως όποιος άνδρας διαβάζει την περιγραφή μου σκέφτεται «μα τι ωραία που είναι αυτή η εγχείρηση, κάτσε να κλείσω αύριο πουρνό πουρνό εισιτήριο για την Καζαμπλάνκα»». Η κυρία χαμογέλασε αμήχανα. Δεν ήταν αφελής. Κατάλαβε ότι αστειευόμουν. Δεν μου βγάζεις όμως από το μυαλό ότι, κατά βάθος, αυτό ακριβώς εννοούσε.
Εξυπακούεται πως ο καθένας μας έχει αναπτύξει μια ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι σε όποιον ξερόλα μπαίνει στα χωράφια μας και ξεστομίζει το μακρύ του και το κοντό του. Οι μπαρουτοκαπνισμένοι αντιμετωπίζουν με συγκατάβαση τους επιτελικούς του καφενείου και όσοι αναλώνουν τη ζωή τους στην επιστημονική έρευνα δυσκολεύονται να πάρουν στα σοβαρά τους ειδήμονες του γλυκού νερού. Υποθέτω πως και εγώ, ως υιοθετημένος ο ίδιος, γίνομαι συν τω χρόνω όλο και πιο εύθικτος σε ό,τι αφορά ζητήματα υιοθεσίας. Δεν μπορώ να ακούω μαλακίες – to make a long story short. Αυτές τις ημέρες, που κατατέθηκε ένα νέο νομοσχέδιο για την υιοθεσία (το τελευταίο, αν δεν απατώμαι, χρονολογείται από το 1996), ξαμολήθηκαν στα κανάλια κάθε καρυδιάς καρύδια, από μητροπολίτες που έχουν δώσει όρκο ισόβιας αγαμίας έως ομοφοβικοί μισάνθρωποι, ανίκανοι όχι μονάχα να προσφέρουν στοργή σε ένα ξένο παιδί, αλλά να δουν με συμπάθεια ακόμη και τον εαυτό τους. Εν ολίγοις, άτομα που δεν πρόκειται ποτέ να υιοθετήσουν, ούτε και πρόκειται ποτέ να υιοθετηθούν. Παρότι είναι προδήλως άσχετοι με το θέμα (ή μήπως εξαιτίας, δεν διστάζουν να μας περιγράψουν πώς ακριβώς αισθάνονται τα υιοθετημένα παιδιά, από τι πληγώνονται και ποιος είναι ο ιδανικός τρόπος για να προστατευθούν.
Κάπου εδώ οι αυτόκλητοι προστάτες των υιοθετημένων βάζουν στην κουβέντα το γονεϊκό πρότυπο. Ενας μπαμπάς και μία μαμά. Μια αυστηρή γενετική εντολή προς όλα τα ανθρώπινα όντα. Οταν, Θεός φυλάξοι, αυτή η εντολή παραβιαστεί, τα υιοθετημένα παιδιά πληρώνουν βαρύ ψυχολογικό τίμημα. Μπορεί να καταστραφεί η ζωή τους. Μπορεί, χτύπα ξύλο, να γίνουν ομοφυλόφιλα τα ίδια. Αυτή η γελοία άποψη αντλεί τη διαχρονική της ισχύ από την πίστη στη δύναμη του παραδείγματος. Από την εμμονική πεποίθηση ότι η ομοφυλοφιλία διδάσκεται. Βλέπεις ομοφυλόφιλους μέσα στο σπίτι σου; Γίνεσαι κι εσύ ομοφυλόφιλος. Εν τοιαύτη περιπτώσει, παραμένει ανεξήγητο το φαινόμενο πώς και εξακολουθούν να υπάρχουν ομοφυλόφιλοι σε κοινωνίες που όχι απλώς η ομοφυλοφιλία δεν προάγεται, αλλά τουναντίον διώκεται απηνώς επί ποινή θανάτου. Οσην ώρα μιλάμε, ομοφυλόφιλοι δολοφονούνται με φρικτά βασανιστήρια – και εντούτοις, ούτε αυξάνονται ούτε μειώνονται, εμφανίζονται σε κάθε γενιά με το ίδιο δημογραφικό τέμπο. Δεν εξηγείται επίσης γιατί όλα τα παιδιά, φυσικά και θετά, που κακοποιούνται από ετεροφυλόφιλα ζευγάρια δεν στρέφονται εν σώματι προς την ομοφυλοφιλία. Ειλικρινά, από ένα σημείο και έπειτα είναι δύσκολο να υπερασπιστείς το θελκτικό γονεϊκό πρότυπο δίχως να σε πιάσει νευρικό γέλιο. Ας αγνοήσουμε λοιπόν την κινδυνολογία των αδαών και ας επιστρέψουμε στο βασικό προαπαιτούμενο μιας πετυχημένης υιοθεσίας. Ας μιλήσουμε για την αγάπη.