Ηταν μόλις την επομένη της σύλληψης των δύο ελλήνων στρατιωτικών από τις τουρκικές Αρχές όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δήλωνε ότι η απελευθέρωσή τους ήταν ζήτημα λίγων ημερών. Οι ημέρες έγιναν μήνες. Για να αποκαλυφθεί εμμέσως πλην σαφώς από τον τούρκο πρόεδρο ότι η σύλληψή τους δεν ήταν τυχαίο γεγονός, αλλά ένα προμελετημένο σχέδιο με στόχο την ανταλλαγή των Δύο με τους οκτώ τούρκους αξιωματικούς που έχουν ζητήσει άσυλο στη χώρα μας.
Στην πραγματικότητα ο τούρκος πρόεδρος δεν άφησε να εννοηθεί τίποτε που να μην είχε υποψιαστεί ο καθένας μας από το γεγονός και μόνο ότι ένα συνηθισμένο μεθοριακό συμβάν μετατρεπόταν σε μια ιστορία παραβίασης συνόρων και δήθεν κατασκοπείας. Ηταν κάτι που έπρεπε βεβαίως να υποψιαστεί πρωτίστως η κυβέρνηση. Και να το υποψιαστεί όχι μετά, αλλά πριν από το συμβάν: τότε που όφειλε να επιστήσει την προσοχή στις στρατιωτικές μονάδες των συνόρων και να λάβει μέτρα ώστε να αποτραπούν τέτοιου είδους ατυχήματα.
Το αποτέλεσμα το βλέπουμε σήμερα. Δεν έπεσαν οι δύο έλληνες στρατιωτικοί στην παγίδα που έστησε η Αγκυρα, η οποία αναζητούσε εναγωνίως ένα διαπραγματευτικό χαρτί – ή μάλλον έναν μοχλό εκβιασμού. Επεσε η ελληνική κυβέρνηση εξαιτίας της ανεπίτρεπτης αβελτηρίας που επέδειξε, εξαιτίας της αδιανόητης αδράνειάς της και του εφησυχασμού στον οποίο παραδόθηκε παρά την προτεραιότητα που είχε δώσει ο τούρκος πρόεδρος στο θέμα της παράδοσης των Οκτώ και την ασφυκτική πίεση που ασκούσε. Ο χρόνος λοιπόν περνά. Και η κυβέρνηση οφείλει εν πρώτοις μία συγγνώμη.