Αν ρωτήσουμε έναν διευθυντή μουσείου πόσο κοστίζει ένα από τα διασημότερα έργα που βρίσκονται στις αίθουσές του, η απάντηση είναι συνήθως «ανεκτίμητο» και η αξία του «ανυπολόγιστη». Ο νόμος της αγοράς ωστόσο θεωρεί ότι όλα πωλούνται και αγοράζονται. Γι" αυτό και ο εκτιμητής έργων τέχνης του τμήματος διαχείρισης κεφαλαίων της Bank of America Ιβάν Μπερντ δημοσίευσε στο περιοδικό της διαδικτυακής πλατφόρμας «Artsy» τα αποτελέσματα ενός «πειράματος». Ρώτησε τους μεγαλύτερους συλλέκτες και εμπόρους τέχνης παγκοσμίως ποιους πίνακες αμερικανικών μουσείων θα ήθελαν διακαώς να αποκτήσουν και πόσο θα πλήρωναν για αυτούς.
Πάμπλο Πικάσο, «Οι δεσποινίδες της Αβινιόν» (1907), Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης Νέας Υόρκης
1,2 δισ. δολάρια
Είναι το απόλυτο αντικείμενο του πόθου των δισεκατομμυριούχων. Το μουσικό ισοδύναμο θα ήταν να έχει κάποιος στην κατοχή του τη μοναδική παρτιτούρα της Συμφωνίας ν. 41 του Μότσαρτ. Ο πίνακας που διακρίνεται επειδή εξαφάνισε την προοπτική και έσπασε τους κανόνες που ίσχυαν στη δυτική τέχνη αποτελεί το απόλυτο τρόπαιο για τους συλλέκτες, καθώς καλύπτει και τα τρία χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν. Η εκτίμηση, δε, θεωρείται συντηρητική. Να θυμίσουμε ότι το ακριβότερο έργο του Πικάσο έχει πωληθεί το 2015 – «Γυναίκες του Αλγερίου, (εκδοχή Ο)» – προς 179 εκατ. δολάρια.
Βίνσεντ Βαν Γκογκ, «Η έναστρη νύχτα» (1889), Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης Νέας Υόρκης
1 δισ. δολάρια
Συναγωνίζεται τη «Μόνα Λίζα» στις προτιμήσεις των φανατικών των σέλφι φωτογραφιών. Και παρόλο που τα Ηλιοτρόπια και οι Αυτοπροσωπογραφίες του καλλιτέχνη – ο οποίος λόγω της ιδιαίτερης ιστορίας του έχει αναχθεί σε μύθο – θεωρούνται μακράν πιο σημαντικά για την εξέλιξη της ιστορίας της τέχνης, αποτελεί το πλέον εμβληματικό του έργο. Ασιάτης δισεκατομμυριούχος μάλιστα υποστηρίζει ότι αν το έργο έβγαινε σε δημοπρασία θα ήταν διατεθειμένος να ρευστοποιήσει την περιουσία του για να το αποκτήσει.
Ανρί Ματίς, «Η χαρά της ζωής» (1906), Ιδρυμα Μπαρνς, Φιλαδέλφεια
700 εκατ. δολάρια
Κρυμμένος για έναν αιώνα σε μια γωνιά της συλλογής του Αλφρεντ Μπαρνς στην Πενσιλβάνια, ο πίνακας μπορεί να είναι λιγότερο γνωστός από τον «Χορό» και τη «Γυναίκα με καπέλο» του ίδιου ζωγράφου, αλλά πιο σημαντικός. Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα του φωβισμού, το οποίο επηρέασε καταλυτικά τον Πικάσο και τον οδήγησε στον κυβισμό.
Ζορζ Σερά, «Ενα κυριακάτικο απόγευμα στο νησί της Γκραντ Ζατ» (1884), Ινστιστούτο Τέχνης, Σικάγο
650 εκατ. δολάρια
Πρόκειται για ένα τεράστιο έργο που δημιουργήθηκε με έναν ακόμη πιο μεγάλο σκοπό: να τοποθετήσει τη μοντέρνα τέχνη σε επιστημονική βάση. Είναι κοινή παραδοχή ότι ο Σερά έκανε για το χρώμα ό,τι ο Αϊνστάιν για τον χώρο και τον χρόνο: εισήγαγε τη σχετικότητα δείχνοντας ότι μπορεί να δημιουργηθεί μια οπτική εντύπωση από τη σχέση μεταξύ των χρωμάτων και όχι από τα ίδια. Για το έργο εκτιμάται ότι θα δινόταν σκληρή μάχη από συλλέκτες με προέλευση τη Μέση Ανατολή και την Ασία γενικότερα.
Πολ Σεζάν, «Οι μεγάλες λουόμενες» (1900-1906) και «Οι χαρτοπαίκτες» (1892), Μουσείο Τεχνών και Ιδρυμα Μπαρνς, Φιλαδέλφεια
500 εκατ. δολάρια
Τα δύο μεγάλα έργα του Σεζάν είναι εξίσου σημαντικά, αλλά για διαφορετικούς λόγους. «Οι μεγάλες λουόμενες» αποτέλεσαν το υπόβαθρο του φωβισμού, του κυβισμού και σχεδόν κάθε άλλου εικαστικού κινήματος του 20ού αιώνα. «Οι χαρτοπαίκτες» αποτελούν ένα πρώιμο αρχέτυπο της σύγχρονης αλλοτρίωσης και απογοήτευσης. Εχει διατυπωθεί μάλιστα η άποψη ότι αν ο Σεζάν ζωγράφιζε σήμερα το έργο, τα μοντέλα του θα κρατούσαν έξυπνα κινητά και όχι τραπουλόχαρτα. Μια μικρότερη εκδοχή του τελευταίου έργου πωλήθηκε από τη συλλογή Εμπειρίκου στη βασιλική οικογένεια του Κατάρ προς 250 εκατ. δολάρια.
Τζάκσον Πόλοκ, «Νούμερο 1, 1950» (1950), Εθνική Πινακοθήκη, Ουάσιγκτον
450 εκατ. δολάρια
Η αμερικανική του επιθετικότητα έφερε αέρα ανανέωσης στον χώρο της τέχνης και βρέθηκε στο επίκεντρο της εικαστικής σκηνής από το Παρίσι ώς τη Νέα Υόρκη. Το έργο του «Νούμερο 1, 1950» είναι από εκείνα που έγιναν με την τεχνική του dripping, που για πολλούς αποτελούν την πιο ποιητική έκφραση της ισορροπίας ανάμεσα στο ένστικτο, στην τύχη και στον έλεγχο. Η αξία των έργων του έχει ξεπεράσει τα 200 εκατ. δολάρια και το συγκεκριμένο θεωρείται το πιο περιζήτητο μεταξύ των συλλεκτών.
Ανρί Ματίς, «Το κόκκινο ατελιέ» (1911), Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης Νέας Υόρκης
400 εκατ. δολάρια
Την επιρροή του «Κόκκινου ατελιέ» με τη λιτότητα και τη χρήση καθαρού χρώματος μπορεί να τη διακρίνει κάποιος από τα έργα του Μαρκ Ρόθκο ώς εκείνα του Φρανκ Στέλα. Λόγω του έντονου κόκκινου εικάζεται πως θα προσείλκυε το ενδιαφέρον κινέζων συλλεκτών, ενώ αδιάφοροι δεν θα έμεναν και όσοι κατάγονται από τη Μέση Ανατολή, δεδομένου ότι το έργο έχει μουσουλμανικές επιρροές μετά την επίσκεψη του ζωγράφου στα τζαμιά της Γρανάδας και της Ανδαλουσίας.
Γιοχάνες Βερμέερ, «Γυναίκα με ζυγαριά» (π. 1664), Εθνική Πινακοθήκη, Ουάσιγκτον
350 εκατ. δολάρια
Ο άλλοτε ξεχασμένος Βερμέερ έχει κάνει μία από τις δυναμικότερες επιστροφές, με το περιοδικό «Νιου Γιόρκερ» να υποστηρίζει ότι εκτόπισε τον Ραφαήλ. Εργα του δεν είναι διαθέσιμα στην αγορά. Μοναδική φορά που εμφανίστηκε πίνακάς του σε δημοπρασία τα τελευταία 90 χρόνια ήταν το 2004, όταν ένα αποδιδόμενο στον καλλιτέχνη έργο πωλήθηκε για 30 εκατ. δολάρια.
Βίλεμ ντε Κούνινγκ, «Ανασκαφή» (1950), Ινστιστούτο Τέχνης, Σικάγο
350 εκατ. δολάρια
Πρόκειται για το πιο σημαντικό έργο του ζωγράφου που θεωρήθηκε ως η αμερικανική απάντηση στον Πικάσο. Επικριτικά αλλά και ισορροπημένα, ο Ντε Κούνινγκ δέχεται την πρόκληση του κυβισμού, διαλύοντας το σώμα χωρίς να χαθεί η φιγούρα. Οταν έργα του έχουν πωληθεί σε ιδιωτικές συναλλαγές προς 300 εκατ. ευρώ, η εκτίμηση για το συγκεκριμένο έργο ίσως και να είναι  συντηρητική.
Λεονάρντο ντα Βίντσι, «Τζινέβρα ντε Μπέντσι» (π. 1478), Εθνική Πινακοθήκη, Ουάσιγκτον
350 εκατ. δολάρια
Δεδομένης της μανίας περί τον Ντα Βίντσι που δεν έχει ακόμη κοπάσει, δεν θα μπορούσε να λείπει από τη λίστα το μοναδικό του έργο που βρίσκεται στο δυτικό ημισφαίριο. Αποκτήθηκε το 1967 στην τιμή – ρεκόρ των 5 εκατ. δολαρίων από τον πρίγκιπα του Λίχτενσταϊν. Το απροσδιόριστο χαμόγελο και η απόδοση της επιδερμίδας προϊδεάζουν για τη «Μόνα Λίζα» που θα ακολουθήσει.