Η χώρα οδεύει στην ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος οικονομικής προσαρμογής. Στην πολύχρονη περίοδο που προηγήθηκε των διαδοχικών Μνημονίων επιτεύχθηκαν σημαντικοί στόχοι. Βέβαια, πολλά θα μπορούσαν (και έπρεπε) να γίνουν διαφορετικά. Ας μην έχουμε όμως κι άλλες αυταπάτες. Χωρίς τις δανειακές συμβάσεις και τα μέτρα που τις συνόδευσαν, η Ελλάδα θα ακολουθούσε μια προδιαγεγραμμένη πορεία καταστροφικής χρεοκοπίας. Ταυτόχρονα όμως μένουν ακόμη πολλά να γίνουν. Οι επίμονες υστερήσεις της οικονομίας αντανακλώνται στις σημερινές αναιμικές αναπτυξιακές επιδόσεις της. Η Ελλάδα κατέγραψε το 2017 το χαμηλότερο ποσοστό αύξησης του ΑΕΠ στην ΕΕ (1,4%), μακριά από τις αντίστοιχες επιδόσεις άλλων κρατών που ακολούθησαν προγράμματα προσαρμογής, όπως η Πορτογαλία (2,6%) και η Ισπανία (3,1%). Εγκλωβισμένη στην «παγίδα της χαμηλής ανάπτυξης», η Ελλάδα αποκλίνει συνεχώς από τους ευρωπαίους εταίρους της και αδυνατεί να τροχοδρομήσει στις ράγες μιας δυναμικής ενδογενούς ανάπτυξης. Συναφώς με την αναπτυξιακή υστέρηση της οικονομίας μας, παρατηρούμε τα παρακάτω:
Πρώτον, αν και οι μεταρρυθμίσεις βελτιώνουν τις επιδόσεις των οικονομιών, η επίδρασή τους σε αυτές είναι σημαντικά ανομοιογενής, ακόμη και ουδέτερη σε ορισμένες περιπτώσεις. Σύμφωνα με μελέτη της ΕKT, ανάμεσα στα 156 κράτη του δείγματος της έρευνας που μελετήθηκαν για την περίοδο 1960-2005, μία στις τρεις περιπτώσεις υπολειπόταν σε ποσοστό μεγαλύτερο του 5% σε ορίζοντα δεκαετίας σε σχέση με τις αναμενόμενες επιδόσεις της εν τη απουσία των μεταρρυθμίσεων (P. Marrazzo, A. Terzi, «Structural reform waves and economic growth», Νοέμβριος 2017). Αυτό συμβαίνει για μια σειρά από λόγους που συνδέονται κυρίως με το θεσμικό / πολιτικό περιβάλλον των τοπικών οικονομιών. Αλλες έρευνες δείχνουν ότι η επιτυχία των μεταρρυθμίσεων σε όρους ανάπτυξης εξαρτάται επίσης από τη συμβατότητα μακροοικονομικής και μεταρρυθμιστικής πολιτικής, έναν σχεδιασμό που λαβαίνει υπόψη την αλληλεξάρτηση των αγορών, και από την ύπαρξη μιας ηγεσίας αποφασισμένης να ξεπεράσει τα συνήθη πολιτικά – οικονομικά εμπόδια (διοικητικές αδράνειες, οργανωμένα συμφέροντα, πελατειακές παραδόσεις κ.λπ.), «ενστερνίζεται» δηλαδή ένα θαρραλέο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα.
Δεύτερον, η (βιομηχανική) παραγωγική υποδομή της χώρας είναι απροετοίμαστη να ανταποκριθεί στις μελλοντικές οικονομικές προκλήσεις. Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ «Readiness for the Future of Production Report 2018», η Ελλάδα καταλαμβάνει μόλις την 60ή θέση στην παραγωγική υποδομή και την 50ή θέση στους «διευκολυντές» της παραγωγής ανάμεσα σε 100 κράτη, επιδόσεις που την τοποθετούν στην τελευταία κατηγορία των «αναδυόμενων» και με κινδύνους για το μέλλον τους οικονομιών.  Ωστόσο, οι δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας δεν καταδικάζουν τη χώρα στο περιθώριο του παγκόσμιου καπιταλισμού. Αντίθετα, μια οικονομία μπορεί να υπερκεράσει άλλες, μειώνοντας σημαντικά τον απαιτούμενο χρόνο και το κόστος προσαρμογής της, αρκεί η χώρα να είναι θεσμικά και διαρθρωτικά κατάλληλα προετοιμασμένη να εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται. Αυτό βέβαια προϋποθέτει την ακριβή διάγνωση εκείνων των παραγόντων που παρεμποδίζουν την απόδοση των μεταρρυθμιστικών πολιτικών και των κατάλληλων συνεργειών ανάμεσα στις προωθούμενες αναπτυξιακές δράσεις. Οι συνέργειες συνιστούν ουσιώδες στοιχείο μιας στοχευμένης αναπτυξιακής στρατηγικής, που όμως ακόμη δεν διαθέτουμε.  Η διεθνής εμπειρία δείχνει πως στο πεδίο των οικονομικών της ανάπτυξης θαύματα γίνονται. Εχοντας αυτό κατά νου, τότε ναι, μπορούμε κι εμείς να πετύχουμε το ελληνικό αναπτυξιακό θαύμα. Δεν θα ήταν για πρώτη φορά.
Ο Πάνος Καζάκος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Ο Δημήτρης Σκάλκος είναι πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος.