Μπήκαμε πλέον στην τελική ευθεία για την έξοδο από το τρίτο Μνημόνιο τον Αύγουστο, με ένα «μαξιλάρι» ρευστών διαθεσίμων που θα διευκολύνει την πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές. Το αφήγημα της «καθαρής εξόδου» έχει ήδη θολώσει, καθώς είναι προφανές ότι η Ελλάδα θα υποχρεωθεί να συνεχίσει την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και θα παραμείνει σε στενή επιτήρηση μετά το τέλος του προγράμματος. Εκκρεμούν επίσης η εφαρμογή των ήδη ψηφισμένων περικοπών στις συντάξεις και το αφορολόγητο το 2019-20, καθώς και όποιες «ουρές» μείνουν από τα 88 προαπαιτούμενα της τελευταίας αξιολόγησης. Οι επόμενοι μήνες θα είναι κρίσιμοι. Το ΔΝΤ θα αποφασίσει αν η μείωση του αφορολογήτου θα πρέπει να εφαρμοστεί ήδη από το 2019, μαζί με την περικοπή των συντάξεων, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ με μόνιμα μέτρα. Το ΔΝΤ επίσης θα κληθεί να κρίνει τη βιωσιμότητα του χρέους μετά την όποια ελάφρυνση συμφωνήσουν οι Ευρωπαίοι, οι οποίοι είναι διαιρεμένοι. Η Γερμανία και άλλες βόρειες χώρες θέλουν να συνδέσουν την ελάφρυνση χρέους με τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, ενώ η Γαλλία κ.ά. θεωρούν ότι η αιρεσιμότητα των μέτρων ελάφρυνσης δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς τη βιωσιμότητα του χρέους. Την άποψη αυτή συμμερίζεται το Ταμείο, το οποίο δέχεται μόνο τη σύνδεση της επιστροφής των κερδών του Ευρωσυστήματος (ANFA & SMP) με τις μεταρρυθμίσεις. Ακόμη και η γαλλική πρόταση για σύνδεση των δαπανών εξυπηρέτησης του χρέους με τον ρυθμό ανάπτυξης μπορεί να τεθεί υπό την αίρεση των μεταρρυθμίσεων.
Ο τρόπος με τον οποίο θα λυθούν αυτά τα διλήμματα είναι καίριας σημασίας για τις μετέπειτα εξελίξεις. Διαφαίνονται δύο σενάρια:
(1) Το ΔΝΤ θεωρεί ότι η ελάφρυνση είναι επαρκής για να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του χρέους με σχετική ασφάλεια, οπότε ενεργοποιεί το πρόγραμμα που ενέκρινε «καταρχήν» τον περασμένο Ιούλιο και συνεχίζει να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις.
(2) Το ΔΝΤ δεν θεωρεί ότι η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα είναι εξασφαλισμένη, είτε επειδή τα μέτρα ελάφρυνσης είναι ανεπαρκή είτε επειδή η εφαρμογή τους είναι αβέβαιη.
Το δεύτερο σενάριο συνεπάγεται ότι το πρόβλημα θα λυθεί διά της αναβολής: οι ευρωπαίοι εταίροι θα φροντίσουν να μειώσουν όσο γίνεται τις δαπάνες εξυπηρέτησης χρέους τα επόμενα 3-4 χρόνια, χρησιμοποιώντας τα περίπου 27 δισ. ευρώ που θα περισσέψουν από τα 86 δισ. του τρίτου προγράμματος για να εξαγοράσουν το υπόλοιπο των δανείων του ΔΝΤ (9 δισ.) ή/και τα ομόλογα SMP & ANFA (14 δισ.), ώστε να μη χρειαστεί η Ελλάδα να αντλήσει σημαντικά ποσά από τις αγορές. Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν μια έμμεση παραδοχή ότι το πρόγραμμα απέτυχε, εφόσον ο απώτερος στόχος ήταν η χώρα να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των αγορών ισοσκελίζοντας τον προϋπολογισμό και βελτιώνοντας την ανταγωνιστικότητα. Σε κάθε περίπτωση, η φερεγγυότητα της χώρας δεν είναι εξασφαλισμένη: ο προϋπολογισμός ισοσκελίστηκε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, καθώς η  δημοσιονομική ανισορροπία μεταφέρθηκε στους ισολογισμούς του ιδιωτικού τομέα. Ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές και μη εξυπηρετούμενα δάνεια βρίσκονται σε επίπεδα – ρεκόρ, σηματοδοτώντας την κόπωση των φορολογουμένων. Οι προσδοκίες για ρυθμό ανάπτυξης 2,7% πέρυσι διαψεύστηκαν, καθώς η κυβέρνηση συνειδητά επέλεξε τη φορολογική αφαίμαξη της μεσαίας τάξης για να μοιράσει φιλοδωρήματα στις «ευπαθείς» ομάδες των ψηφοφόρων της, αντί να δημιουργήσει δουλειές και πλούτο. Καμία ελάφρυνση χρέους δεν θα καταστήσει το χρέος βιώσιμο αν δεν βελτιωθεί η αναπτυξιακή προοπτική.

Η Μιράντα Ξαφά είναι Senior scholar, Centre for International Governance Innovation (CIGI)